«H Ελλάδα 10 χρόνια μετά»… και έπειτα από επτά μήνες

Του Φαίης Κοσμοπούλου

Το Σεπτέμβριο του 2011 υποδεχτήκαμε με χαρά την κυκλοφορία της ανεξάρτητης έρευνας της ΜcKinsey («H Ελλάδα 10 χρόνια μετά»), στην οποία ο κλάδος της παραγωγής των γενόσημων φαρμάκων στη χώρα μας χαρακτηριζόταν ως ένας από τους «αναδυόμενους αστέρες» της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τη μελέτη, με προϋπόθεση το κατάλληλο ρυθμιστικό πλαίσιο που θα εξασφάλιζε ένα αναπτυξιακό περιβάλλον, η εγχώρια παραγωγή γενόσημων φαρμάκων θα μπορούσε να αποτελέσει έναν από τους βασικούς μοχλούς ανάπτυξης και αναγέννησης της ελληνικής οικονομίας.

Οσο και αν αποτέλεσε για την εγχώρια φαρμακοβιομηχανία η αναγνώριση αυτή ένα ευχάριστο γεγονός, δεν αποτέλεσε όμως ιδιαίτερη έκπληξη. Εδώ και πολλά χρόνια, η ελληνική φαρμακοβιομηχανία εργάζεται εντατικά, παράγει, επενδύει, εξάγει, έχοντας κερδίσει τη διεθνή αναγνώριση και έχοντας προσφέρει στην ελληνική οικονομία όσο ελάχιστοι κλάδοι. Ηδη εδώ και χρόνια, επίσης, έχουμε καταθέσει προτάσεις, ζητώντας τη λήψη των κατάλληλων μέτρων που θα επέτρεπαν την περαιτέρω ανάπτυξη της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας και ταυτόχρονα θα επέφεραν μείωση και εξορθολογισμό της φαρμακευτικής δαπάνης. Εχουμε προτείνει ένα σύστημα επώνυμων γενοσήμων με κίνητρα σε γιατρούς και ασθενείς, με τιμές αναφοράς και rebate ανά θεραπευτική κατηγορία και με την εφαρμογή θεραπευτικών πρωτοκόλλων και οδηγιών συνταγογράφησης. Δυστυχώς, όμως, δεν έχουμε εισακουστεί.

Αντιθέτως, γινόμαστε μάρτυρες -ιδίως τους τελευταίους μήνες- μίας σειράς μέτρων των οποίων η εφαρμογή πλήττει την εγχώρια παραγωγή φαρμάκων. Αποκορύφωμα αποτελεί το μέτρο της συνταγογράφησης με βάση τη δραστική ουσία. Με την εφαρμογή του μέτρου αυτού, η αγορά θα κατακλυστεί με εισαγόμενα, ανώνυμα φάρμακα αμφιβόλου ποιότητας, καθώς μοναδικό κριτήριο για την επιλογή του ιατρού απαιτείται να είναι η τιμή του φαρμάκου! Οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες που παράγουν ποιοτικά, αποτελεσματικά επώνυμα, γενόσημα φάρμακα, με την εγγύηση των απαραίτητων μελετών και των τακτικών ελέγχων από τον ΕΟΦ και την ΕΜΑ, είναι αδύνατο να ακολουθήσουν μία λογική επιδίωξης της πάση θυσία χαμηλότερης τιμής. Και αυτό γιατί διατηρούν πάνω από το 50% των θέσεων εργασίας του κλάδου, έχουν τεράστια πάγια έξοδα, υψηλό κόστος συμμόρφωσης στα αυστηρά ευρωπαϊκά ποιοτικά πρότυπα, ενώ έχουν δεσμεύσει σημαντικούς πόρους σε επενδύσεις. Αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου θα είναι οι μισές τουλάχιστον παραγωγικές μονάδες να κλείσουν, εξωθώντας στην ανεργία 3.000 εργαζόμενους και επιφέροντας απώλεια φορολογικών και ασφαλιστικών εσόδων και τεχνογνωσίας. Η χώρα μας θα γίνει πλήρως εξαρτώμενη από τα εισαγόμενα φάρμακα, τόσο στα πρωτότυπα (τη στιγμή που ήδη το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο στο χώρο των φαρμάκων άγγιξε τα τελευταία χρόνια τα τρία δισ. ευρώ!), όσο πλέον και στα γενόσημα και οι εισαγωγείς θα μπορούν να αυξήσουν τις τιμές σύμφωνα με τη στρατηγική τους, αφού πρώτα έχουν «βγάλει από τη μέση» την ελληνική φαρμακοβιομηχανία.

Την ίδια στιγμή, η φαρμακευτική δαπάνη θα αυξηθεί, αντί να μειωθεί, λόγω της έντασης του φαινομένου της υποκατάστασης. Ο Ελληνας ιατρός, ανησυχώντας για την ασφάλεια και την εξέλιξη της θεραπείας του ασθενούς του, θα προτιμήσει για τις ίδιες ενδείξεις να συνταγογραφήσει τα ακριβότερα πρωτότυπα με προστασία πατέντας.

Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία είναι μέρος της λύσης, μπορεί να προσφέρει στην ελληνική οικονομία όσο ελάχιστοι άλλοι κλάδοι και να συμβάλει στη μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης. Χαρακτηριστικά, με το κατάλληλο πλαίσιο η εγχώρια παραγωγή θα μπορούσε να καλύπτει πάνω από το 50% των φαρμάκων με χαμηλές πάντα τιμές. Αντιμετωπίζεται, όμως, δυστυχώς, σαν τον «εύκολο στόχο» και όχι… ως ένας «αναδυόμενος αστέρας».