Ελεγχος και κουλτούρα πρόληψης

Του Πόπης Καλαϊτζή

Το φάρμακο είναι το ευγενέστερο των αγαθών. Από αυτό εξαρτάται η υγεία, η ποιότητα ζωής και πολλές φορές η επιβίωσή μας. Επί της αρχής, είναι λάθος να το αντιμετωπίζουμε με μοναδικό κίνητρο το χαμηλό κόστος. Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα των γενόσημων φαρμάκων πρέπει να προσεγγιστεί σε τρία επίπεδα: σε σχέση με τη συνολική κατανάλωση φαρμάκων, σε σχέση με το κόστος τους, και φυσικά σε σχέση με την ποιότητά τους.

Οι έρευνες δείχνουν πως η κατανάλωση φαρμάκων αλλά και η φαρμακευτική δαπάνη στην Ελλάδα είναι αρκετά αυξημένες σε σχέση με τους διεθνείς στατιστικούς δείκτες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η χρήση πχ. αντιβιοτικών στην Ελλάδα είναι τρεις φορές πάνω από το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Σε κάθε περίπτωση, αυτό είναι αποτέλεσμα έλλειψης κουλτούρας πρόληψης, αλλά και διαπλοκής επίορκων γιατρών με τη φαρμακοβιομηχανία. Ιδιαίτερα το τελευταίο συνιστά μια αυταπόδεικτη παθογένεια ενός συστήματος, η θεραπεία του οποίου είναι στοίχημα και πρόκληση.

Η πραγματικότητα είναι πως το κόστος των γενόσημων φαρμάκων είναι χαμηλότερο και υπό αυτή την έννοια, η χρήση τους συμβάλλει στη μείωση του κόστους της φαρμακευτικής δαπάνης. Γεγονός που δεν λειτούργησε αποτρεπτικά στην ανωτέρω συστημική παθογένεια. Ως εκ τούτου οι εταιρείες γενόσημων φαρμάκων δεν ήταν εκτός των κυκλωμάτων διαφθοράς στο χώρο της υγείας, καθώς προέτρεπαν και εκείνες συναδέλφους να υπερσυνταγογραφούν.

Παρόλα αυτά, ακόμη και σε αυτό το πρόβλημα της ευρύτερης αγοράς φαρμάκων, δεν θα ανακαλύψουμε τον τροχό. Τα βασικό ζητούμενο είναι η ποιότητά τους, για την οποία απαιτούνται αυστηροί και συστηματικοί ποιοτικοί έλεγχοι. Πρέπει να διευκρινιστεί ότι όλα τα γενόσημα φάρμακα δεν είναι ίδια. Στις χώρες της Ευρώπης, στις οποίες συνταγογραφούνται κατά κόρον, πραγματοποιούνται ποιοτικοί έλεγχοι που διασφαλίζουν την ποιότητά τους. Στη χώρα μας, τα φάρμακα που κυκλοφορούν πληρούν βεβαίως τις απαραίτητες προϋποθέσεις έγκρισης, ωστόσο οι ποιοτικοί έλεγχοι είναι πιο «χαλαροί» και αυτό είναι ένα ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Ακόμη και αν δεχτούμε ότι η ποιότητα των φαρμάτων θα διασφαλιστεί πλήρως, ακόμη και αν θεωρήσουμε τη χρήση τους συμφέρουσα σε ό,τι αφορά στη φαρμακευτική δαπάνη, η συζήτηση για τα γενόσημα δεν μπορεί να αποκοπεί από το κεντρικό ζήτημα της υπερκατανάλωσης φαρμάκων. Αυτό πρέπει να αλλάξουμε, επειδή η υπερκατανάλωση φαρμάκων είναι επικίνδυνη. Για αυτό και χρειάζεται να δημιουργήσουμε κουλτούρα πρόληψης και σωστής ενημέρωσης, παράλληλα με μηχανισμούς ελέγχου και διαφάνειας στο χώρο της υγείας.

Αποτελεί πλέον αναγκαιότητα η ταχύτατη ολοκλήρωση της μηχανοργάνωσης του συστήματος υγείας σε συνδυασμό με την εισαγωγή των διαγνωστικών και θεραπευτικών πρωτοκόλλων και την ηλεκτρονική κάρτα του ασθενούς. Τα συστήματα αυτά θεωρούνται εκ των ων ουκ άνευ σε όλες τις σύγχρονες χώρες, ενώ εάν είχαν ολοκληρωθεί, τότε το ΕΣΥ θα εξοικονομούσε πάνω από το 20% επί των συνολικών δαπανών υγείας που σήμερα «θυσιάζονται» στο βωμό της σπατάλης και της κακοδιαχείρισης. Πρόκειται για ποσό που ισοδυναμεί με ολόκληρη την ετήσια δημόσια φαρμακευτική. Ολα αυτά θα πρέπει να τα σκεφτούμε σοβαρά, χωρίς να υποβιβάσουμε την ποιότητα, την ασφάλεια και τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα του φαρμάκου.