Ο οικονομικός ρόλος των γενόσημων φαρμάκων στο σύστημα υγείας

Του Βασίλη Κοντοζαμάνη

Μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος, το οποίο καθορίζεται από τη νομοθεσία και παρέχει στον εφευρέτη του φαρμάκου να πουλά κατ’ αποκλειστικότητα το φαρμακευτικό προϊόν, άλλες εταιρείες έχουν το δικαίωμα να παράγουν και να πωλούν ουσιωδώς όμοια φάρμακα (γενόσημα/generics) με τα πρωτότυπα. Οι εταιρείες αυτές δεν υφίστανται κόστος από έρευνα και ανάπτυξη του φαρμακευτικού προϊόντος. Τα γενόσημα προϊόντα έχουν την ίδια δραστική ουσία με τα αντίστοιχα πρωτότυπα και επομένως, είναι συγκρίσιμα, αν και δεν είναι απαραίτητο να είναι και ταυτόσημα (πχ. έχουν διαφορετικά έκδοχα).

Ο οικονομικός ρόλος των πρωτότυπων και αντιγράφων φαρμάκων είναι προφανής. Η προστασία της πατέντας που παρέχεται στο πρωτότυπο επιτρέπει στη φαρμακοβιομηχανία έρευνας να κάνει απόσβεση του υψηλού κόστους (το οποίο αποτελεί και ιστορικό κόστος κατά την κυκλοφορία του προϊόντος) και παράλληλα, να αποκομίσει λογικά κέρδη που θα της επιτρέψουν να συνεχίσει την καινοτομία. Από την άλλη πλευρά, με τα γενόσημα φαρμακευτικά προϊόντα οι ασθενείς-καταναλωτές επωφελούνται από τη χαμηλότερη τιμή δοκιμασμένων στην ιατρική πρακτική προϊόντων και ως εκ τούτου προκύπτουν, μεταξύ άλλων, σημαντικές οικονομίες για τους τελικούς πληρωτές που είναι το σύστημα υγείας ή τα ασφαλιστικά ταμεία.

Η αξία ενός φαρμάκου έγκειται στη δραστική ουσία που περιέχει. Ο κατασκευαστής του φαρμακευτικού προϊόντος δίνει στο προϊόν μία εμπορική ονομασία, ώστε να το εγκαθιδρύσει και να το καταξιώσει στην αγορά. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, τα γενόσημα φαρμακευτικά προϊόντα δύνανται να διατίθενται στην αγορά με εμπορική ονομασία. Από οικονομικής άποψης, η ύπαρξη αντιγράφων με εμπορική ονομασία στοχεύει στο να αποτρέψει τα υπερβολικά κέρδη που θα μπορούσε να αποκομίσει ο κατασκευαστής αντιγράφων φαρμάκων αν υπήρχε, μετά τη λήξη της προστασίας ιδιοκτησίας του προϊόντος (πατέντα), ένα μόνο γενόσημο προϊόν στην αγορά. Επομένως, τόσο οι καταναλωτές όσο και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν όφελος, εάν ικανός αριθμός γενόσημων προϊόντων κυκλοφορεί στην αγορά.

Πολιτικές που επηρεάζουν τη ζήτηση γενόσημων προϊόντων

Οι κυβερνήσεις των κρατών είναι σε θέση να επηρεάσουν με τους εξής τρόπους τη ζήτηση γενόσημων προϊόντων:

  • Επιτρέπουν είτε την υποκατάσταση πρωτότυπων προϊόντων με γενόσημα είτε μεταξύ γενοσήμων.
  • Επιτρέπουν τη θεραπευτική υποκατάσταση (χορήγηση διαφορετικής δραστικής ουσίας από τη συνταγογραφούμενη).
  • Παρέχουν οικονομικά και μη κίνητρα προς τους γιατρούς, ώστε να συνταγογραφούν δραστικές ουσίες.
  • Παρέχουν οικονομικά και μη κίνητρα προς τους φαρμακοποιούς, ώστε να χορηγούν γενόσημα φαρμακευτικά προϊόντα.
  • Καθορίζουν τις τιμές στα πρωτότυπα και αντίγραφα φάρμακα.
  • Χρησιμοποιούν συστήματα αποζημίωσης που επηρεάζουν τη ζήτηση για γενόσημα.
  • Επιτρέπουν ή αρνούνται το δικαίωμα στους ασθενείς να αποδέχονται υποκατάστατα φάρμακα.
  • Εφαρμόζουν συστήματα συμμετοχής των ασθενών (co-payment) που τους καθιστούν ευαίσθητους στις τιμές των προϊόντων, και επομένως τους αναγκάζουν να αναζητήσουν φτηνότερα προϊόντα.
  • Εφαρμόζουν σχέδια που επιτρέπουν την έγκριση και παραγωγή γενόσημων προϊόντων πριν από τη λήξη της πατέντας.

Θέματα που αφορούν τους γιατρούς

Μελέτες στη βιβλιογραφία έχουν καταδείξει ότι οι γιατροί έχουν ελάχιστη γνώση αναφορικά με τις συγκριτικές τιμές διάφορων φαρμάκων, περιλαμβανομένων των διαφορών τιμών ανάμεσα σε πρωτότυπα και γενόσημα. Για να εξοικειωθούν οι γιατροί με τη δαπάνη των φαρμάκων, τους παρέχονται οικονομικά και μη οικονομικά κίνητρα.

Από οικονομικής άποψης, τα οικονομικά κίνητρα εγείρουν το ζήτημα του «ηθικού κινδύνου» (moral hazard), του προβλήματος δηλαδή που δημιουργείται από τις ενέργειες κάποιων, στη συγκεκριμένη περίπτωση των γιατρών, με απώτερο σκοπό το προσωπικό τους κέρδος, αλλά πάντα άσχετα με το συμφέρον του πελάτη, στη συγκεκριμένη περίπτωση του νοσοκομείου ή του ασφαλιστικού ταμείου που αποζημιώνει το φαρμακευτικό προϊόν. Στην περίπτωση των υπηρεσιών υγείας, ο ηθικός κίνδυνος προκύπτει από το γεγονός ότι οι γιατροί έχουν ταυτόχρονα την ιδιότητα να δρουν ως «μεσάζοντες» τόσο των ασφαλιστικών οργανισμών, όσο και των ασθενών τους.

Ζήτημα ηθικού κινδύνου εγείρεται λιγότερο στην περίπτωση παροχής μη οικονομικών κινήτρων. Σε αυτή την περίπτωση, ορθολογική συνταγογράφηση μπορεί να λάβει χώρα μόνο αν ο γιατρός έχει την κατάλληλη πληροφόρηση σχετικά με το κόστος και τα θεραπευτικά αποτελέσματα των φαρμάκων. Η χρήση, βέβαια, μη οικονομικών κινήτρων προαπαιτεί την ύπαρξη μηχανισμών ελέγχου, παρακολούθησης και ενημέρωσης του συνταγογραφικού προφίλ των γιατρών.

Αποτελεί αξίωμα της οικονομικής επιστήμης το γεγονός ότι οι αγορές λειτουργούν καλύτερα, εάν είναι διαθέσιμη ακριβής και έγκαιρη πληροφόρηση. Βέβαια, η ύπαρξη χιλιάδων προϊόντων σε διαφορετικές μορφές, περιεκτικότητες και συσκευασίες κάνουν δύσκολη τη σύγκριση μεταξύ προϊόντων για τους γιατρούς. Η πληροφορική όμως δίνει λύσεις στο πρόβλημα παρέχοντας λύσεις κυρίως μέσω της χρήσης βάσεων δεδομένων. Μία καλή βάση δεδομένων μπορεί να αποτελέσει, μέσω της άμεσης και έγκυρης πληροφόρησης που παρέχει, τη βάση για ορθολογική συνταγογράφηση από την πλευρά των γιατρών.
Αναφορικά με τη χρήση των γενοσήμων στη χώρα μας, στη σημερινή δύσκολη οικονομική συγκυρία, επιβάλλεται η προώθηση των γενόσημων φαρμάκων, όχι μόνο επειδή είναι φτηνότερα, αλλά επειδή η χρήση τους εξοικονομεί πόρους και συμβάλλει στην οικονομική αποδοτικότητα του συστήματος υγείας.