Ανάγκη για ένα νέο πλαίσιο

Του Βασίλη Νέδου

Hσοβούσα οικονομική και κοινωνική κρίση δίπλα στις δεκάδες αρνητικές πτυχές της, έχει και ορισμένες παράπλευρες θετικές παρενέργειες. Μία από αυτές είναι και η αύξηση της ευαισθησίας των βαρέως φορολογούμενων πολιτών έναντι της διαχείρισης του δημόσιου χρήματος. Προφανώς, η χρηματοδότηση των κομμάτων από το κράτος αποτελούσε θέμα συζήτησης και τα προηγούμενα χρόνια.

Ομως, τώρα που το θησαυροφυλάκιο έχει μείνει άδειο, μόνο η συζήτηση δεν φτάνει πια. Απαιτούνται δραστικές αποφάσεις. Αναζητούνται λύσεις που θα επιτρέπουν στα κόμματα να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους ως πολιτικοί φορείς, και τη δυνατότητά τους να απευθύνονται στους πολίτες απαλλαγμένα από σκιές. Δυστυχώς, οι ενδείξεις που υπάρχουν μέχρι στιγμής είναι αποθαρρυντικές. Τα κόμματα εξακολουθούν και δανείζονται με όρους αστείους για τα τραπεζικά ειωθότα.

Την ίδια στιγμή αποφασίζουν και διατάσσουν την αύξηση της ετήσιας κρατικής επιχορήγησης. Ολα αυτά (περιττό να υπενθυμιστεί ότι) συμβαίνουν σε μία χώρα που βιώνει τις συνέπειες μιας σχεδόν «πολεμικής» ύφεσης. Πώς μπορεί να ανατραπεί αυτή η συνεχιζόμενη και σχεδόν ανήθικη πρακτική; Κατ’ αρχήν, πρέπει να ξεφύγουμε από τους ρομαντικούς μύθους του παρελθόντος: τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες που ο Γεώργιος Ράλλης εκλεγόταν με 35 χρυσές λίρες και τις προσωπικές περιουσίες που σπαταλούσαν οι βουλευτές για να εκλεγούν.

Το σημερινό τοπίο -τόσο ριζικά διαφορετικό- απαιτεί λύσεις μεγάλης κλίμακας. Ενταγμένες σε μια τετράγωνη λογική, δίχως τις αγκυλώσεις της Μεταπολίτευσης, οι κινήσεις που είναι δυνατόν να γίνουν για να βρίσκουν τα κόμματα τα χρήματα που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία τους.

Υπάρχουν δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά στην ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό. Εφόσον συνεχιστεί, θα πρέπει να γίνει με κάποιους πολύ βασικούς κανόνες και σίγουρα όχι στο σημερινό -υπέρογκο- ύψος. Κατ’ αρχήν, πρέπει να υπάρχουν όροι λογοδοσίας. Μια ανεξάρτητη Αρχή, επιφορτισμένη με την εποπτεία των οικονομικών των κομμάτων, θα παρακολουθεί τι μπαίνει και τι βγαίνει στα ταμεία τους.

Αυτή η ανεξάρτητη Αρχή θα μπορούσε να επικουρείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα (κατά προτίμηση, αμέσως μετά τις εκλογικές αναμετρήσεις) από κάποια από τις μεγάλες εταιρείες εντοπισμού εταιρικής απάτης. Και φυσικά, οι ταμίες των κομμάτων θα πρέπει να απαγορεύεται να έχουν θέση στον κρατικό μηχανισμό, όπως εξακολουθεί να γίνεται ακόμη και σήμερα. Τη θέση του γενικού διευθυντή κάθε κόμματος θα μπορεί να καταλαμβάνει κάποιος μάνατζερ, με πρακτικές γνώσεις για τη χρηστή διαχείριση. Η κρατική ενίσχυση θα μπορούσε να περιλαμβάνει κτιριακές υποδομές. Τα κόμματα θα στεγάζουν τις υπηρεσίες τους σε δημόσια κτίρια, προκειμένου να εξοικονομούν τα ενοίκια και να… μπορούν να πληρώσουν τουλάχιστον τους υπαλλήλους τους. Στην απευκταία περίπτωση που θα ζητούν περισσότερα χρήματα, θα γίνεται διαχειριστικός έλεγχος, ενώ όποιος το κατορθώσει, θα επιστρέφει τμήμα της επιχορήγησης στον προϋπολογισμό (ενδεχομένως, σε ένα λογαριασμό για την αποπληρωμή του χρέους ή κάποιον άλλο «ευγενή» σκοπό).
Ο δεύτερος άξονας είναι αυτός της χρηματοδότησης από ιδιώτες. Για να μπορέσει να γίνει οποιαδήποτε πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση, πρέπει να υπερκεραστεί πρωτίστως ένα ψυχολογικό εμπόδιο: ότι δηλαδή δεν είναι δυνατόν επιχειρηματικά κεφάλαια να χρηματοδοτούν εκστρατείες. Πρόκειται, βέβαια, για μια υποκριτική ανησυχία.

Ο γνωστός σε όλους διαχειριστής των μαύρων ταμείων της Siemens, Ράινχαρντ Σίκατσεκ, είχε ισχυριστεί ότι το 2000 η γερμανική εταιρεία είχε πληρώσει δύο μεγάλα κόμματα και ένα μικρό για την προεκλογική εκστρατεία τους. Η σκιά έμεινε, ενώ, ακόμη και αν ο ισχυρισμός του Σίκατσεκ δεν έχει απολύτως καμία βάση, η αξιοπιστία των κομμάτων βρίσκεται σε τόσο χαμηλό σημείο, που προτιμούν τη σιωπή από την υπεράσπιση. Μόνη λύση είναι τα κόμματα να χρηματοδοτούνται από ιδιώτες με υποχρεωτική διά νόμου (με ποινικές επιπτώσεις) τη δημοσιοποίηση του ονόματός τους.

Μέχρι ένα μικρό ποσό (δέκα ευρώ) τα κουπόνια θα μπορούν να είναι ανώνυμα, ως δέλεαρ στα κόμματα που αρνούνται τη συνεργασία με το αστικό σύστημα. Από εκεί και πάνω οι δωρητές θα είναι επώνυμοι. Να υπάρχει δηλαδή σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στον «από φίλο» ή μέλος του κόμματος που δίνει ένα συμβολικό ποσό ενίσχυσης και στον «θεσμικό» χρηματοδότη. Η σημερινή κατάσταση πάντως δεν μπορεί να συνεχιστεί. Είναι προσβολή στη δημοκρατία και τη νοημοσύνη μας.