Αναπροσδιορισμός των σχέσεων κομμάτων-κράτους

Του Θόδωρου Μαργαρίτη

Η σοβαρή αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος, τα φαινόμενα «μεταδημοκρατίας» και η εκτεταμένη αποχή των πολιτών από τις εκλογικές διαδικασίες συνιστούν στην Ευρώπη και την Ελλάδα ένα νέο τοπίο. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία με κύριο συστατικό στοιχείο τα μαζικά κόμματα βρίσκεται πια σε δομική κρίση. Κεντρικό στοιχείο σε αυτή τη νέα κατάσταση είναι τα συμφραζόμενα του «πολιτικού χρήματος», τα προνόμια των πολιτικών, η κρατική επιχορήγηση.

Η Δημοκρατική Αριστερά, συνεκτιμώντας τα αρνητικά δεδομένα της ελληνικής οικονομίας και την κριτική διάθεση των πολιτών έχει από το ιδρυτικό της συνέδριο διατυπώσει τις εναλλακτικές της προτάσεις. Αυτές συνοψίζονται στη δραστική μείωση της κρατικής επιχορήγησης, στην επανεκτίμηση της βουλευτικής σύνταξης -με την έννοια ότι ο βουλευτής πρέπει να λαμβάνει μόνο τη σύνταξη του βασικού του επαγγέλματος-, καθώς και στην παύση της πρόσθετης αμοιβής για συμμετοχή σε κοινοβουλευτικές επιτροπές. Στο τελευταίο μάλιστα ζήτημα οι βουλευτές της Δημοκρατικής Αριστεράς προχώρησαν μονομερώς στη μη αποδοχή αυτής της πρόσθετης αμοιβής ως μια συμβολική πράξη η οποία σηματοδοτεί τις επιλογές για αντιστοίχηση των βουλευτών με τις συνθήκες απομείωσης του εισοδήματος της μέσης ελληνικής κοινωνίας.

Ενα άλλο σκανδαλώδες ζήτημα στις ημέρες μας είναι η δανειοδότηση των κομμάτων από τράπεζες ως ένα είδος προκαταβολής της κρατικής επιχορήγησης της επόμενης κοινοβουλευτικής περιόδου, ακόμη και αν το όποιο κόμμα δεν έχει εξασφαλίσει ούτε τη βέβαιη επανεκλογή του στη νέα Βουλή ούτε τα ακριβή ποσοστά που ρυθμίζουν το ύψος της επιχορήγησης. Πρόκειται για μια απαράδεκτη πρακτική αναντίστοιχη των δυνατοτήτων που παρέχουν οι τράπεζες σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες. Είναι μάλιστα εξαιρετικά προβληματική, όταν υλοποιείται και από σχηματισμούς της Αριστεράς που κατά τα άλλα καταγγέλλουν συστηματικά το τραπεζικό σύστημα και τις συνθήκες δανειοδότησης των πολιτών.

Επομένως, είναι ανάγκη πέρα από κάθε λογική λαϊκισμού να υπάρξουν έμπρακτες πρωτοβουλίες τροποποίησης των σχέσεων κομμάτων και κράτους, κομμάτων και «πολιτικού χρήματος». Κεντρικές ιδέες οφείλουν να είναι η λιτότητα και η διαφάνεια. Η απαλλαγή, σε τελευταία ανάλυση, από φαινόμενα που προσομοιάζουν τα κόμματα με εταιρείες. Η πολιτική αυτονομία των κομμάτων δεν εξασφαλίζεται ούτε με υπέρογκες δαπάνες, ούτε με την υποταγή στην αξία του χρήματος. Εχουμε, άλλωστε, αρνητικά παραδείγματα στη μεταπολιτευτική πορεία με πιο ακραίο τις σπατάλες από τα δύο μεγάλα κόμματα (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) σε βάρος της Ολυμπιακής Αεροπορίας για τη μεταφορά των ψηφοφόρων τους στις εκλογικές περιφέρειες.
Αυτό που έχουμε σήμερα ανάγκη είναι η επαναθεμελίωση της πολιτικής, ως περιεχόμενο αξιών και προτάσεων προς όφελος της κοινωνίας και όχι ως ένα απόλυτο επικοινωνιακό μέγεθος. Μια τέτοια οπτική για τα πολιτικά προτάγματα τροποποιεί και τις δράσεις του κάθε κόμματος, επαναπροσδιορίζει τα μέσα και τις πρακτικές. Πρόκειται δηλαδή για την ανάγκη επιστροφής στην αυθεντική πολιτική και όχι στη διαφημιστική και προπαγανδιστική μηχανή πολιτικών συμφερόντων.

Με αυτή την αντίληψη περιορίζεται αντικειμενικά η έκταση των «υποχρεώσεων» για την προβολή του κάθε κόμματος και του κάθε πολιτικού, οι οποίες συχνά επιβάλλουν πρόσθετες οικονομικές δαπάνες. Φυσικά, με την προϋπόθεση ότι όλα τα ΜΜΕ είναι ανοιχτά στην πλουραλιστική παρουσία των κομμάτων χωρίς διακρίσεις και παρασκηνιακές συμφωνίες.

Είναι αλήθεια βέβαια ότι στο πεδίο της αμφισβήτησης των κομμάτων επιχειρείται και η υποκατάσταση των δημοκρατικών κοινοβουλευτικών διαδικασιών από «αόρατες αρχές», είτε αυτές αφορούν επιχειρηματικούς κύκλους είτε αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης. Η υπέρβαση των ακροτήτων που έχουν εδραιωθεί στο κομματικό πολιτικό σύστημα και η ορθολογική και μετρημένη αξιοποίηση δυνατοτήτων, όπως η κρατική επιχορήγηση ή οι διευκολύνσεις των εκλεγμένων βουλευτών μπορούν να συμβάλουν σε λογικές επιλογές περιφρούρησης του κοινοβουλευτισμού.

Σε κάθε περίπτωση, ο αναστοχασμός της ελληνικής κοινωνίας ως απαραίτητο στοιχείο για την αντιμετώπιση της σημερινής βαθιάς οικονομικής και πολιτικής κρίσης περιλαμβάνει και την ίδια τη διάσταση της αυτοκριτικής από τα πολιτικά κόμματα. Μόνον έτσι θα αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι λαϊκιστικές, ακροδεξιές και αντιπολιτικές κορώνες που κατά βάθος αρνούνται το διακύβευμα της ίδιας της δημοκρατίας.