Για την αποκατάσταση της σχέσης αξιοπιστίας κομμάτων-πολιτών

Του Νίκου Ανδρουλάκη

Η ύπαρξη και η αυτόνομη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων αποτελεί προϋπόθεση και πυλώνα της δημοκρατίας. Η κατοχύρωση της κρατικής χρηματοδότησης στα κόμματα είναι η έμπρακτη αναγνώριση του θεσμικού ρόλου των κομμάτων και πρέπει να διέπεται από διαφάνεια, δημοκρατικό και κοινωνικό έλεγχο και το ύψος της να διασφαλίζει την προβολή της πολιτικής και της δράσης τους, την παραγωγή ιδεολογίας και νέων προτάσεων δημόσιας πολιτικής και πάνω από όλα την ανεξαρτησία τους.

Η διαφάνεια όμως στην Ελλάδα, όπως και σε όλες τις θεσμικά οργανωμένες χώρες, είναι θεμελιώδες κοινωνικό και πολιτικό αίτημα.

Ετσι, οποιαδήποτε άλλη μορφή χρηματοδότησης από ιδιώτες, θα πρέπει να υπόκειται σε ένα απλό κανονιστικό πλαίσιο διαφάνειας, ενώ παράλληλα να υπάρχει η δυνατότητα δημοσιοποίησης των ονομάτων, εφόσον αυτό ζητηθεί. Κλασικό πλέον παράδειγμα, η προεκλογική καμπάνια του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, με τον Μπαράκ Ομπάμα να δέχεται ονομαστικές δωρεές, ύψους 27,6 εκατομμυρίων δολαρίων, μόνον για την τελετή ορκωμοσίας.

Στη σημερινή συγκυρία το κόστος των κομμάτων είναι αναλογικά ακόμη μεγαλύτερο, ενώ φαντάζει προκλητικό στα μάτια των πολιτών που βλέπουν το εισόδημά τους να μειώνεται αισθητά.

Η συγκεκριμένη «πρόκληση» δε πρέπει να περάσει απαρατήρητη, διότι είναι ενδεχόμενο να οξύνει το φαινόμενο απαξίωσης του πολιτικού συστήματος. Ο κόσμος θα εξαγριωθεί εάν συνειδητοποιήσει πως την ίδια ώρα που το οικογενειακό ταμείο βαίνει μειούμενο, τα πολιτικά κόμματα αυξάνουν την κρατική χρηματοδότηση.

Η κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων προβλέφθηκε στο σύνταγμα του 1975 και η λογική του νομοθέτη ήταν ότι είναι απαραίτητη για την αυτονομία των κομμάτων από τα οικονομικά συμφέροντα.

Αφού μιλήσαμε για τις ΗΠΑ, ας δούμε τι γίνεται στην Ευρώπη. Σύμφωνα με μια τελευταία έρευνα, η Πορτογαλία, η οποία έχει 10.637.713 κατοίκους, δαπανά για τη χρηματοδότηση των κομμάτων μόλις 8.520.000 ευρώ, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε κάτοικος της ιβηρικής χώρας επιβαρύνεται κατά 0,80 ευρώ για τη χρηματοδότηση των κομμάτων. Το Βέλγιο, με πληθυσμό 10.666.866 κατοίκους, δαπάνησε από τον κρατικό προϋπολογισμό 16.710.000 ευρώ για την ενίσχυση των κομμάτων. Δηλαδή, κάθε Βέλγος πλήρωσε 1,57 ευρώ.

Η Ουγγαρία, που πληθυσμιακά επίσης συγκρίνεται με τη χώρα μας, αφού ο πληθυσμός της φτάνει τους 10.030.975 κατοίκους, δαπάνησε 18.410.000 ευρώ ως χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων. Κάθε πολίτης, δηλαδή, χρεώθηκε με 1,84 ευρώ.
Στη Γερμανία, κάθε κάτοικος επιβαρύνεται με 1,61 ευρώ για την ενίσχυση των κομμάτων και στη Γαλλία με 1,17 ευρώ, ενώ στα γειτονικά κράτη, τα οποία βρίσκονται εκτός ΕΕ, όπως η Αλβανία και τα Σκόπια, η κατά κεφαλήν επιβάρυνση για τη χρηματοδότηση των κομμάτων ανέρχεται σε 0,42 και 0,73 ευρώ αντίστοιχα.

Ποιες είναι, λοιπόν, οι προτάσεις που καταθέτω:
Η προγραμματική χρηματοδότηση είναι μία διέξοδος στις σημερινές συνθήκες. Αυτό σημαίνει εξαμηνιαία καταβολή δαπάνης για συγκεκριμένους κωδικούς εξόδων, ώστε οι πολίτες να μπορούν να αξιολογούν πού και πώς χρησιμοποιούν τα κόμματα τα χρήματα τους.

Η απαγόρευση της ιδιωτικής χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων και των πολιτικών προσώπων, με εξαίρεση τις μικρές ετήσιες εισφορές μελών και φίλων, και η κάλυψη των λειτουργικών και εκλογικών τους αναγκών από τον κρατικό προϋπολογισμό, θα έχει ένα πολύ μικρό πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος, αλλά ένα πολύ μεγάλο δημοκρατικό όφελος. Επιπροσθέτως, απαραίτητος καθίσταται ο ουσιαστικός λογιστικός έλεγχος της διαχείρισης των ποσών της κρατικής χρηματοδότησης σε συνδυασμό με την «δεοντολογική» απαγόρευση των δραστηριοτήτων υψηλού κόστους. Επίσης, πρέπει να υπάρχει αυστηρός εσωτερικός έλεγχος στα στελέχη, («πόθεν έσχες», επαγγελματική δραστηριότητα κοκ.) έχει ιδιαίτερη σημασία και επί της ουσίας, αλλά και για την αποκατάσταση της σχέσης αξιοπιστίας μεταξύ κομμάτων και πολιτών.

Τα μέτρα, μάλιστα, αυτά πρέπει να επιβληθούν μονομερώς από κάθε κόμμα που θέλει να δώσει καλό παράδειγμα, να επιδιώκει να συμβαδίζει με τα νέα πρότυπα συμπεριφοράς που θέτει η ίδια η κοινωνία και εντέλει σκοπεύει να διαμορφώσει ένα νέο πολιτικό ήθος.