Η δημοκρατία δεν κοστίζει, αξίζει

Του Αθανάσιου Σκορδά

Στο ερώτημα «Ποιος πληρώνει τη δημοκρατία;» μια εύκολη απάντηση είναι το «μοδάτο» «Δεν πληρώνω». Η σωστή απάντηση, όμως, είναι «Θα πληρώνω δίκαια», διότι το συζητούμενο θέμα δεν μπορεί να εξεταστεί, αν αγνοήσουμε τη θεμελιώδη διαπίστωση ότι «η δημοκρατία δεν κοστίζει, αξίζει».

Τοποθετούμαι ευθέως από την αρχή. Υπό τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, η κρατική επιχορήγηση των κομμάτων του ενός τοις χιλίοις επί των δημόσιων εσόδων, επιβάλλεται να επανεξεταστεί. Μια περικοπή είναι εφικτή, εφόσον συνδυαστεί με εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου για τη λειτουργία των κομμάτων. Είναι αναγκαίο όμως να εξασφαλίζεται ισορροπία μεταξύ κρατικής και ιδιωτικής χρηματοδότησης, ώστε να αποτρέπεται τόσο η μετατροπή των κομμάτων σε κρατικοδίαιτους φορείς, όσο και η εξάρτησή τους από οργανωμένα ιδιωτικά συμφέροντα.

Τα πολιτικά κόμματα, ως αυτόνομοι οργανισμοί με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, δρουν σε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει πρωτίστως να έχουν ελευθερία κινήσεων και πρωτοβουλιών. Να μην λειτουργούν ασύδοτα, ούτε να μην λογοδοτούν. Να μπορούν, όμως, δίχως το σφιχτό κρατικό εναγκαλισμό, να εκπληρώνουν το ρόλο και τη λειτουργία τους, όπως προβλέπεται σε μία σύγχρονη δημοκρατία. Να λειτουργούν ως κανάλι ενσωμάτωσης μεμονωμένων ατόμων και κοινωνικών ομάδων στο πολιτικό σύστημα και να αποτελούν τα κύρια οχήματα έκφρασης αυτών. Σε αυτό το σημείο κάποιοι ίσως αναρωτηθούν: η πολιτική συμμετοχή ορίζεται αποκλειστικά μέσω των κομμάτων;

Μήπως η κοινωνία των πολιτών μπορεί να εκτελέσει πιο αποτελεσματικά το ρόλο αυτό μέσω των ΜΚΟ; Η πραγματικότητα, δυστυχώς, επιβεβαιώνει ότι οι ΜΚΟ δεν αντιμετώπισαν αποτελεσματικά τα φαινόμενα διαφθοράς, κακοδιαχείρισης, αδιαφάνειας και εξυπηρέτησης συμφερόντων. Λειτουργούν μάλιστα με πολύ μικρότερο και επουσιωδέστερο έλεγχο από ό,τι τα κόμματα. Ανεξάρτητα λοιπόν από την όποια συνεισφορά της κοινωνίας των πολιτών στην ενδυνάμωση της πολιτικής συμμετοχής, τα πολιτικά κόμματα οφείλουν να αφουγκράζονται τα μηνύματα των καιρών. Οφείλουν να εξετάζουν τρόπους ενίσχυσης της αξιοπιστίας τους και μεθόδους θωράκισης έναντι των όποιων συμφερόντων.

Ολα τα παραπάνω έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς: το κρίσιμο ζήτημα της χρηματοδότησης. Τα κόμματα, προκειμένου να φέρουν εις πέρας τις βασικές τους δραστηριότητες, χρειάζονται την κατάλληλη χρηματοδότηση. Προκειμένου να λειτουργήσουν, πρέπει να έχουν οργάνωση, να απασχολούν προσωπικό, να διεξάγουν προεκλογικές εκστρατείες και να επικοινωνούν με τους πολίτες. Γενικότερα, θα μπορούσαμε να παραδεχτούμε ότι η πολιτική δραστηριότητα περιλαμβάνει έξοδα, τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αναγκαίο και αναπόφευκτο κόστος της δημοκρατίας.

Διαφορετικά, τα κόμματα ίσως να μην ήταν ακηδεμόνευτα, ανεξάρτητα και ελεύθερα να χαράξουν τις πολιτικές τους κατά τρόπο που να εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα των κοινωνικών ομάδων που εκπροσωπούν και μόνον αυτά. Ας μην μας διαφεύγει ότι η κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων δεν αποτελεί μόνο ελληνική πρακτική.

Περίπου 90 από τις 140 χώρες που έχουν κοινοβουλευτική δημοκρατία ακολουθούν αυτή την πρακτική.
Σε αυτό το σημείο θέλω να κάνω μία κρίσιμη παρατήρηση. Δεν πρέπει να ταυτίζουμε την εμπλοκή κάποιων πολιτικών προσώπων σε υποθέσεις διαφθοράς με τη λειτουργία των κομμάτων, τουλάχιστον όχι σε κάθε περίπτωση. Η κρατική επιχορήγηση, λοιπόν, εξασφαλίζει την αυτοτέλεια των κομμάτων. Το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο πρέπει ωστόσο να εκσυγχρονιστεί. Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τα νέα δεδομένα και να εξετάσουμε τρόπους ενίσχυσης της ιδιωτικής χρηματοδότησης των κομμάτων βάσει ξεκάθαρων και αυστηρών κανόνων. Η δυνατότητα δανειοδότησης των κομμάτων θα πρέπει να επαναρρυθμιστεί σε συνδυασμό με σαφή προσδιορισμό των όρων διεξαγωγής των προεκλογικών εκστρατειών. Η εξεύρεση πόρων -πέραν της κρατικής χρηματοδότησης- σημαίνει ότι αυτοί θα πρέπει να εξασφαλίζονται σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας. Με την εμπέδωση, άλλωστε, της διαφάνειας στην πολιτική ζωή του τόπου θα αποκατασταθεί και η εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα.

Μία τέτοιας λογικής παρέμβαση, μέσω ενός νέου θεσμικού πλαισίου, για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να εξασφαλίζει την ουσιαστική λειτουργία του νόμου. Επιπλέον, «ανεξάρτητες» Αρχές και πολυδαίδαλα σχήματα ελέγχου αυξάνουν το κόστος και όχι τη διαφάνεια. Διότι -ας μην αυταπατώμεθα- το «μαύρο» χρήμα με «μαύρο» τρόπο διακινείται και δεν εκδίδει τιμολόγια. Αυτό που απαιτείται είναι πολιτικό προσωπικό με εθνική συνείδηση, δημοκρατικό ήθος και ατομική ευθύνη.