Κρατικές επιχορηγήσεις κομμάτων: μία σύνθετη πραγματικότητα

Του Παντελή Ι. Καψή

Η γέννηση της δημοκρατίας είναι ιστορικά συνδεδεμένη με τα πολιτικά κόμματα. Χωρίς συλλογικές ταυτότητες, η πολιτική πράξη έχει αποδειχτεί προβληματική -εκφυλίζεται συνήθως στο δίκαιο του ισχυρότερου και στο νόμο της ζούγκλας. Η κρατική χρηματοδότηση αποτελεί αναγνώριση του ρόλου των κομμάτων, αλλά και ταυτόχρονα προσπάθεια κατοχύρωσης της ανεξαρτησίας τους απέναντι στα οικονομικά συμφέροντα, που επιχειρούν να επιβάλουν τους όρους τους στις πολιτικές διαδικασίες.

Η πραγματικότητα έχει αποδειχτεί πολύ πιο σύνθετη. Η κρατική χρηματοδότηση δεν προστάτευσε τα κόμματα από τα σενάρια διαπλοκής. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις, μοιάζει να συντελεί στη δημιουργία ενός γραφειοκρατικού-κομματικού κατεστημένου, που έχει αποδειχτεί πολύ περισσότερο ευεπίφορο σε κάθε είδους συναλλαγές. Τα κόμματα τείνουν να μετατραπούν σε μηχανισμούς, με κύρια αποστολή όχι την άσκηση πολιτικής, αλλά (όπως θα έλεγε και ο Μαρξ) τη «διευρυμένη αναπαραγωγή» τους. Το αποτέλεσμα, ανάμεσα σε άλλα, είναι τα φαινόμενα ακραίου κομματισμού -ιδίως στη δημόσια διοίκηση και στα πανεπιστήμια-, αλλά επίσης και η ραγδαία «απονομιμοποίηση» των πολιτικών.

Κορυφή του παγόβουνου είναι το σημερινό φαινόμενο που βιώνουμε στην Ελλάδα: κόμματα υπερχρεωμένα, τα οποία προεισπράττουν την κρατική επιχορήγηση (καθώς στην πράξη το κόστος λειτουργίας τους, αλλά και το κόστος των προεκλογικών αναμετρήσεων -κεντρικά και σε επίπεδο βουλευτών - έχει αυξηθεί γεωμετρικά) και εν συνεχεία επιβαρύνονται με τραπεζικά δάνεια. Τα κόμματα εθίζονται έτσι σε μια κρατικοδίαιτη πρακτική, επιβαρύνοντας (σε συνθήκες κρίσης) διπλά τους Ελληνες φορολογουμένους -τόσο μέσω της κρατικής επιχορήγησης, όσο και μέσω των τραπεζικών δανείων.

Εύκολες λύσεις φυσικά δεν υπάρχουν. Το να εισηγηθεί, για παράδειγμα, κάποιος την κατάργηση της κρατικής χρηματοδότησης, είναι περίπου βέβαιο ότι θα εντείνει τις ανισότητες μεταξύ των κομμάτων/υποψηφίων, αλλά και θα πριμοδοτήσει τη διαπλοκή. Αυτό είναι φυσικό, καθώς στην πραγματικότητα έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε δύο δημόσια αγαθά: την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Την ελευθερία του να μπορούν πολίτες και κόμματα να χρηματοδοτούνται, για να υλοποιήσουν τους στόχους τους, και τη δικαιοσύνη -την ισότητα δηλαδή των ευκαιριών μεταξύ των πολιτών και των κομμάτων. Εστω και έτσι όμως, μπορούμε να συμφωνήσουμε σε κάποιες γενικές αρχές.

Η πρώτη είναι ασφαλώς η έννοια της διαφάνειας. Μπροστά στο φαινόμενο της γενικευμένης διακίνησης μαύρου χρήματος, για να υπηρετηθεί τυπικά η νομιμότητα -την οποία οι πάντες και κατά κοινή ομολογία παραβιάζουν-, είναι πολύ προτιμότερη η απελευθέρωση της διαυγούς χρηματοδότησης, με έμφαση στον όρο της δημόσιας γνωστοποίησης.

Μια δεύτερη αρχή έρχεται ως προϋπόθεση της διαφάνειας -και είναι ο πραγματικός και ουσιαστικός έλεγχος των εκλογικών δαπανών με ανεξάρτητες και αντικειμενικές διαδικασίες. Το φαινόμενο της διακομματικής αλληλεγγύης για τη διεξαγωγή ελέγχων για τους τύπους πρέπει επιτέλους να σταματήσει.

Μια τρίτη, εξίσου σημαντική, αρχή αφορά στην προώθηση θεσμικών αλλαγών στο ίδιο το πολιτικό σύστημα, οι οποίες θα ενισχύσουν τη λογοδοσία των πολιτικών και θα περιορίζουν το εκλογικό κόστος. Κλασικό παράδειγμα αποτελούν οι θηριώδεις εκλογικές περιφέρειες που εκτοξεύουν τα έξοδα των εκλογικών αναμετρήσεων. Ολοι συμφωνούν στην ανάγκη περιορισμού τους, κανείς ωστόσο μέχρι στιγμής δεν είχε το θάρρος να προχωρήσει μια τέτοια αλλαγή.

Παρόλα αυτά, δεν θα πρέπει να τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Τέλειοι κανόνες δεν υπάρχουν -ακόμη και σε χώρες με μακρά παράδοση δημοκρατικής λειτουργίας, τα φαινόμενα της διαφθοράς είναι πολλά. Η μεγάλη διαφορά εντοπίζεται στην αποφασιστικότητα της πολιτείας να τα αντιμετωπίσει και στη βούληση του πολιτικού προσωπικού να εξετάσει με ευθυκρισία τις δυσλειτουργίες του δημοκρατικού μας συστήματος. Τέλος, ασφαλώς και στο θέμα της κρατικής επιχορήγησης των κομμάτων χρειάζεται ένα μείγμα πολιτικής. Διότι αν σήμερα αντιμετωπίζουμε ως πρόβλημα τα παραμορφωτικά φαινόμενα που προκλήθηκαν από τις ατέλειες του συστήματος, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η κατάργηση ή η μείωση της κρατικής επιχορήγησης θα βελτιώσει την ποιότητα της δημοκρατίας μας. Και το ζητούμενο δεν παύει να είναι το ίδιο, πανάρχαιο και οικουμενικό αίτημα που γέννησε, σε τούτον εδώ τον τόπο, την αέναη πρόκληση, που είναι η δημοκρατία.