Μεικτή χρηματοδότηση και αυστηρότεροι έλεγχοι

Του Ανδρέα Παπαμιμίκου

Σε μία εποχή που η καθημερινότητα των πολιτών κυριαρχείται από τις οικονομικές δυσκολίες και το πολιτικό σύστημα έχει χάσει την αξιοπιστία του, έρχονται στην επικαιρότητα ζητήματα που πλέον χρειάζονται άμεση αναθεώρηση. Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι η συζήτηση για το παραγωγικό μοντέλο και μία άλλη το ζήτημα της χρηματοδότησης των κομμάτων. Είναι πραγματικά άξιο αναφοράς πως την ώρα που κάθε ελληνική οικογένεια πλήττεται από τους συνεχώς αυξανόμενους φόρους, τους φουσκωμένους λογαριασμούς, την ανεργία και τις περικοπές των μισθών, συνεχίζονται να δίνονται κρατικά χρήματα στα πολιτικά κόμματα πέρα από τη λογική των ημερών.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αφορίσουμε τα ίδια τα κόμματα, καθώς αυτά είναι, και θα πρέπει να συνεχίσουν να είναι, φορείς της δημοκρατίας μας. Σημαίνει, όμως, ότι πρέπει να σπάσουμε το ταμπού της ιδιωτικής χρηματοδότησης και να θέσουμε παράλληλα κανόνες. Η ΟΝΝΕΔ έθιξε το ζήτημα του πολιτικού χρήματος από τον περασμένο Ιούλιο. Προτείναμε μείωση της κρατικής χρηματοδότησης προς τα πολιτικά κόμματα και ταυτόχρονη σύνδεσή της με τον ετήσιο στόχο του κράτους για περικοπές στο δημόσιο τομέα.

Δεν αρκεί, όμως, αυτό. Χρειάζεται να υιοθετήσουμε ένα διαφορετικό μοντέλο, να αλλάξουμε γενικότερα νοοτροπία ως κοινωνία. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος, λοιπόν, κατά τη δική μου γνώμη είναι η μεικτή χρηματοδότηση, δηλαδή η σύνδεση της κρατικής χρηματοδότησης με την ιδιωτική. Σύμφωνα με αυτή τη λύση, τα κόμματα θα λαμβάνουν το μισό περίπου ποσό που προβλέπεται, με βάση τον αριθμό των ψήφων που έλαβαν στις εκλογές. Επιπλέον, για κάθε ποσό ιδιωτικής χορηγίας, θα λαμβάνουν ανάλογο (μικρότερο) ποσοστό κρατικής. Με ανώτατο όριο στην κρατική χορηγία, τη συμπλήρωση του υπόλοιπου μισού ποσού. Δικλείδα ασφαλείας απέναντι στην εξάρτηση που θα προκαλέσει αυτή η σχέση κομμάτων-ιδιωτών, θα είναι η θέσπιση ανώτατου ορίου εισφοράς για κάθε ιδιωτική χορηγία, η οποία θα πρέπει υποχρεωτικά να δημοσιoποιείται, τουλάχιστον από κάποιο ποσό και πάνω.

Το ποσό της χρηματοδότησης δεν είναι, ωστόσο, το μόνο πρόβλημα. Χρειάζεται και ένα ισχυρότερο πλαίσιο ελέγχου των χρημάτων των πολιτών που χορηγούνται στα πολιτικά κόμματα. Τα κόμματα θα πρέπει να ελέγχονται να τηρούν λογιστικά βιβλία Γ’ Κατηγορίας για τα έσοδα και τα έξοδά τους. Τα κόμματα δεν μπορεί να είναι υπεράνω των κανόνων που είναι δεδομένοι για κάθε Ελληνα πολίτη. Οι πολίτες πρέπει να ξέρουν πού πηγαίνουν τα χρήματά τους και με ποιο τρόπο αυτά χρησιμοποιούνται, ώστε να υπάρχει επαρκής κοινωνική λογοδοσία.

Ενα σύγχρονο πλαίσιο για τη χρηματοδότηση των κομμάτων, φυσικά, δεν θα έχει καμία ουσία, εάν δεν συνοδεύεται από έναν αυστηρό μηχανισμό ελέγχου. Είναι θεμελιώδης ανάγκη, λοιπόν, η σύσταση ειδικού οργάνου από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον έλεγχο του «πολιτικού χρήματος». Η δικαιοσύνη πρέπει να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στον έλεγχο των εσόδων και των δαπανών των κομμάτων, με αυστηρές συνέπειες για όσους πολιτικούς φορείς παρεκκλίνουν.

Τα κόμματα πρέπει να τακτοποιήσουν τα δικά τους οικονομικά, για να διαθέτουν την αξιοπιστία ότι μπορούν να διαχειριστούν αποτελεσματικά και τα οικονομικά του κράτους. Πρέπει επιτέλους όμως και η ελληνική συνείδηση να αποδεχτεί ως αναγκαία τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων με διάφορους τρόπους από την κοινωνία των πολιτών, προκειμένου να εξοικονομηθούν κρατικοί πόροι, και παράλληλα να απελευθερωθούν και νέες δυνάμεις σκέψης που σήμερα βρίσκονται εγκλωβισμένες στο χάσμα που δημιουργεί η τεράστια κρατική χρηματοδότηση.

Συνεπώς, η πολιτεία έχει την υποχρέωση να είναι ο εγγυητής της λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων, ωστόσο πρέπει να πάψει να είναι ο αιώνιος χρηματοδότης τους. Η κοινωνία των πολιτών είναι αυτή που θα πρέπει να προστατεύσει για ακόμη μία φορά τη δημοκρατία, στηρίζοντας το ρόλο των πολιτικών κομμάτων, και ταυτόχρονα απαιτώντας τον εξορθολογισμό στη χρησιμοποίηση των κρατικών πόρων.

Ας πούμε, λοιπόν, όχι στην ισοπέδωση των πάντων και ας φροντίσουμε άμεσα να θέσουμε διαφανείς και κυρίως ουσιαστικούς κανόνες, ώστε να προστατεύσουμε το κύρος του πολιτικού συστήματος. Το μέτρο, άλλωστε, είναι αυτό που λείπει από το ελληνικό Δημόσιο γενικότερα.