Ο υπερδανεισμός των κομμάτων είναι πρόβλημα δημοκρατίας

Του Θόδωρου Σκυλακάκη

Τον περασμένο Νοέμβριο -πολύ πριν η υπόθεση αποκτήσει την τρέχουσα επικαιρότητα- ζήτησα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παρέμβει στο θέμα του υπερδανεισμού των ελληνικών κομμάτων, αφού πλέον ο δανεισμός αυτός θα χρηματοδοτηθεί, μετά την ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και με χρήματα των άλλων Ευρωπαίων φορολογουμένων. Αντίστοιχα, η Δημοκρατική Συμμαχία -και με δική μου εισήγηση- υιοθέτησε από το Δεκέμβριο του 2010 την πρόταση δραστικού περιορισμού των κάθε είδους κρατικών δαπανών που συνδέονται με το πολιτικό σύστημα (κομματικές επιχορηγήσεις, δαπάνες Βουλής, επιχορήγηση ΕΡΤ κλπ.).

Οι λόγοι, για τους οποίους θεωρώ το θέμα της χρηματοδότησης των κομμάτων πολύ σημαντικό, δεν είναι δημοσιονομικοί. Τα χρήματα -στα οποία αναφερόμαστε- αποτελούν αξιόλογα ποσά, σε σχέση όμως με το συνολικό έλλειμμα είναι μία σταγόνα στον ωκεανό.
Η πραγματική βλάβη την οποία προκαλούν είναι η επιρροή τους στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η δημοκρατία στη χώρα μας.

Κατ’ αρχήν, η χρηματοδότηση των ελληνικών κομμάτων με κρατικό χρήμα, σε σχέση με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, είναι η πολυτελέστερη στην Ευρώπη. Σε αυτήν, δε, θα πρέπει να προστεθούν και τα 250 εκατ. ευρώ που έχουν δανειστεί τα κόμματα από κρατικές κυρίως τράπεζες (περίπου 230 εκατ. αφορούν τα δύο μεγαλύτερα κόμματα -ΠΑΣΟΚ και ΝΔ- και έξι εκατ. τον «αντιεξουσιαστικό» ΣΥΡΙΖΑ του κ. Τσίπρα).

Η εγγύηση που έχει δοθεί για τις χρηματοδοτήσεις αυτές δεν προέρχεται από την περιουσία των κομμάτων, που είναι ως επί το πλείστον ανύπαρκτη, αλλά από πιθανές μελλοντικές κρατικές επιχορηγήσεις μέχρι και το 2015. Προεξοφλείται, συνεπώς, η μελλοντική λαϊκή βούληση πολύ πέραν της θητείας της παρούσας Βουλής, η οποία όμως επηρεάζεται από την προνομιακή δανειοδότηση των κομμάτων αυτών από το τραπεζικό σύστημα.

Πρόκειται για μια μεθοδολογία αλλοίωσης της δημοκρατικής έκφρασης του λαού, αφού τα χρήματα αυτά, καθώς και τα χρήματα από άλλες πηγές, καθιστούν τα κόμματα μεγάλους πελάτες των εταιρειών δημοσκοπήσεων, τους επιτρέπουν να διαθέτουν στρατιές έμμισθων υπαλλήλων (μερικοί εκ των οποίων παρεμβαίνουν ανωνύμως, αλλά με επαγγελματική ευσυνειδησία και στο διαδίκτυο), διευκολύνουν τις σχέσεις τους με κάποια μέσα και ανθρώπους στο χώρο της ενημέρωσης και της επικοινωνίας που ρέπουν σε ανορθόδοξες πρακτικές, κλπ. Πρόκειται για μία «γάγγραινα», που υπονομεύει την ήδη απαξιωμένη εικόνα του πολιτικού μας συστήματος, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί ως ισχυρός μηχανισμός παρεμπόδισης της ανανέωσης της πολιτικής ζωής, που αποτελεί σήμερα το ισχυρότερο ίσως λαϊκό αίτημα. Γιατί η χρηματοδότηση των κομμάτων συνδυάζεται με μια σειρά από άλλες νομοθετημένες μεθοδεύσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην παρεμπόδιση της εμφάνισης νέων πολιτικών σχηματισμών. Οχι μόνον οι νέοι σχηματισμοί δεν διαθέτουν κανενός είδους κρατική χρηματοδότηση, αλλά στη διάρκεια των προεκλογικών περιόδων τούς απαγορεύεται νομοθετικά να διαφημίζονται με δικά τους χρήματα στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα (οι σχετικές ειδικότερες ρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στις ευρωεκλογές του 2009 κρίθηκαν αντισυνταγματικές, όμως ως τώρα τίποτε δεν έχει αλλάξει). Ταυτόχρονα, στα παλαιότερα κόμματα εκτός από τις τεράστιες χρηματοδοτήσεις, τον υπερδανεισμό και τη θηριώδη έκτακτη εκλογική χρηματοδότηση, προσφέρεται και υπεράφθονος δωρεάν προεκλογικός τηλεοπτικός χρόνος.

Η λύση του προβλήματος είναι απλή και δίκαιη. Η χρηματοδότηση των κομμάτων από τον κρατικό προϋπολογισμό θα έπρεπε να αποτελείται από κεφάλαια που θα εξαρτώνται αποκλειστικά από τον αριθμό των πολιτών που επιλέγουν επωνύμως -αυστηρά και μόνο μέσω τραπεζικού λογαριασμού, πιστωτικής κάρτας ή τραπεζικής κατάθεσης- να χρηματοδοτούν το κάθε κόμμα, με ένα ελάχιστο ποσό (πχ. δέκα ευρώ ετησίως). Με τον τρόπο αυτό και σε συνδυασμό με ένα χαμηλό αντίστοιχο μέγιστο όριο χρηματοδότησης ανά πολίτη (πχ. 1.000 ευρώ το χρόνο), τα κόμματα θα είχαν χρηματοδότηση που θα ήταν ανάλογη με την τρέχουσα λαϊκή τους απήχηση και δεν θα δημιουργούνταν άνισες συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ παλαιών και νέων κομμάτων. Ταυτόχρονα, λύνεται έτσι αυτόματα και το θέμα του δανεισμού, μιας και δεν θα υπήρχαν δεδομένες μελλοντικές επιχορηγήσεις που να χρησιμοποιούνται ως εγγυήσεις. Τα υφιστάμενα κόμματα θα εξακολουθούσαν να έχουν ισχυρό πλεονέκτημα, αφού θα διέθεταν εκλεγμένους βουλευτές, ευρωβουλευτές, δημάρχους, δημοτικούς συμβούλους κλπ., με όλες τις διευκολύνσεις που αυτό συνεπάγεται από πλευράς γραφείων, συνεργατών, εξόδων λειτουργίας κλπ., θα υπήρχε όμως και η δυνατότητα της αμφισβήτησής τους.