Σκέψεις για τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων

Του Μιχάλη Ι. Τσινισιζέλη

Tα πολιτικά κόμματα ορίζονται ως κοινωνικοί θεσμοί με ιδιαιτέρως σημαντική συμβολή στη λειτουργία μιας φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής -αντιπροσωπευτικής- δημοκρατίας στις σύγχρονες μαζικές κοινωνίες. Οι μορφές άμεσης δημοκρατίας -δημοψηφίσματα, πρωτοβουλίες πολιτών κλπ.- είναι μάλλον ατελέσφορες στην εποχή μας και μπορούν μόνον εν μέρει να βοηθήσουν τη σύγχρονη διακυβέρνηση. Η εξαιρετικά εκτεταμένη σχετική διεθνής βιβλιογραφία προτείνει ότι τα πολιτικά κόμματα επιτελούν πέντε βασικές λειτουργίες οι οποίες είναι εκ των ων ουκ άνευ για τη λειτουργία των σύγχρονων πολιτικών συστημάτων. Βοηθούν στην ενσωμάτωση και κινητοποίηση των πολιτών, στη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής, στην ανάδειξη της πολιτικής ηγεσίας, στην οργάνωση της Βουλής και της κυβέρνησης, και στην άρθρωση και τον εναρμονισμό των κοινωνικών αιτημάτων. Aκόμη, στο επίπεδο της ΕΕ η Συνθήκη της Λισσαβώνας προβλέπει ότι τα (ευρωπαϊκά) πολιτικά κόμματα «συνεισφέρουν στη διαμόρφωση της πολιτικής θέλησης των πολιτών της Ενωσης».

Για να επιτελέσουν όλες αυτές τις βασικές λειτουργίες, τα πολιτικά κόμματα χρειάζονται χρηματοδότηση. Η χρηματοδότηση μπορεί να είναι είτε ιδιωτική είτε δημόσια. Η ιδιωτική χρηματοδότηση συχνά-πυκνά συσχετίζεται με φαινόμενα διαφθοράς και διάβρωσης του πολιτικού συστήματος από ιδιοτελή συμφέροντα ή ακόμη σε ορισμένες περιπτώσεις από το οργανωμένο έγκλημα. Για την αντιμετώπιση αυτής της πιθανότητας οι περισσότερες σύγχρονες δημοκρατίες έχουν θεσπίσει μορφές δημόσιας χρηματοδότησης ή επιχορηγήσεων των πολιτικών κομμάτων από τους εθνικούς τους προϋπολογισμούς. Το επιχείρημα που χρησιμοποιείται συνήθως σχετίζεται με το αναπόφευκτο κόστος της δημοκρατίας η οποία είναι μία μάλλον ακριβή υπόθεση, ειδικά υπό τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες μιας χώρας, όπως η δική μας. Απαραίτητη προυπόθεση για τη δημόσια χρηματοδότηση είναι να γίνεται σε καθεστώς διαφάνειας και ελέγχου, αλλά, πάντως, στις περισσότερες χώρες το ζήτημα της δημόσιας χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων αποτελεί παράγοντα πολιτικών αντιπαραθέσεων.

Η Ελλάδα αποτελεί -και εδώ- μία ιδιαίτερη περίπτωση μαζί -παραδόξως- με την Ολλανδία (έστω και για διαφορετικούς λόγους), όπου διαπιστώνονται σημαντικές παραλείψεις στη νομοθεσία και την εφαρμογή της. Oι βασικοί νόμοι που διέπουν τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα είναι δύο:

Ο νόμος 3023/2002 για τη δημόσια χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων και ο νόμος 3202/2003 που αναφέρεται στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο νόμος 3023/2002 ορίζει, ανάμεσα σε πολλά άλλα, ότι η δημόσια χρηματοδότηση ανέρχεται στο 0,102% των εσόδων του κράτους. Από αυτά τα κονδύλια, 80% αποδίδεται στα πολιτικά κόμματα αναλογικά με την εκλογική τους δύναμη, 10% εξίσου στα κόμματα που εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και 10% εξίσου στα πολιτικά κόμματα ή στους συνασπισμούς πολιτικών κομμάτων που «κατέβασαν» υποψηφίους στο 70% των εκλογικών περιφερειών της χώρας. Επιπλέον, τα πολιτικά κόμματα της χώρας χρηματοδοτούνται και για ερευνητικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς και χρηματοδοτούνται εκτάκτως κατά τις προεκλογικές περιόδους. Σύμφωνα με σχετική μελέτη του Συμβουλίου της Ευρώπης, το 2007 το σύνολο της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων της χώρας ανήλθε στο ποσό των 55 εκατ. ευρώ περίπου, το 2008 στο ποσό των 62 εκατ. ευρώ και το 2009 στο ποσό των 68 εκατ. ευρώ περίπου. Τα πολιτικά κόμματα της χώρας είναι υποχρεωμένα να κρατούν βιβλία Β’ Κατηγορίας και να δημοσιεύουν τους ισολογισμούς τους σε τουλάχιστον δύο ημερήσιες εφημερίδες της Αθήνας, και αυτή φαίνεται ότι είναι και η μοναδική υποχρέωση που έχουν. Οπως, όμως, ανέφερε πρόσφατα ο υπουργός Εσωτερικών κ. Α. Γιαννίτσης, τα πολιτικά κόμματα της χώρας χρηματοδοτήθηκαν αθροιστικά με 655 εκατ. ευρώ κατά την περίοδο 2000-2011.

Συγκριτικά με άλλες χώρες, ο Ελληνας φορολογούμενος χρηματοδότησε τα πολιτικά του κόμματα με δέκα ευρώ το χρόνο, ενώ ο Γερμανός φορολογούμενος με λιγότερο από ένα ευρώ το χρόνο. Στην Πορτογαλία, μία χώρα με συγκρίσιμο πληθυσμό και οικονομική κατάσταση με την Ελλάδα, το κόστος του μέσου φορολογούμενου για τη χρηματοδότηση των πολιτικών του κομμάτων δεν ξεπερνά και εκεί το ένα ευρώ, ενώ μόνο στη Νορβηγία, τη Φινλανδία και το Λουξεμβούργο (και οι τρεις χώρες ανήκουν στην κατηγορία ΑΑΑ) το σχετικό κόστος είναι υψηλότερο από την Ελλάδα.

Ομως, παρά την αδρή δημόσια χρηματοδότησή τους «…τα πολιτικά κόμματα της χώρας ξεκίνησαν με την κρατική χρηματοδότηση, συνέχισαν με την τραπεζική χρηματοδότηση, υπερδανείστηκαν και ευρίσκονται στην ίδια προβληματική κατάσταση με το Δημόσιο», συμπληρώνει ο υπουργός Εσωτερικών. Ειδικότερα, το 2010 το ΠΑΣΟΚ χρηματοδοτήθηκε με 20 εκατ. ευρώ περίπου, η ΝΔ με λίγο παραπάνω από 15 εκατ. ευρώ, το ΚΚΕ με περίπου πέντε εκατ. ευρώ, το ΛΑΟΣ με περίπου τέσσερα εκατ. ευρώ, και ο ΣΥΡΙΖΑ με 3,5 εκατ. ευρώ. Από τα πέντε κόμματα της Βουλής, το ΠΑΣΟΚ (114 εκατ. ευρώ) και η ΝΔ (128 εκατ. ευρώ) εμφανίζονται να χρωστούν στις τράπεζες αθροιστικά περίπου 240 εκατ. ευρώ, αλλά και να συνεχίζουν να δανειοδοτούνται από τις τράπεζες υποθηκεύοντας τις κρατικές επιχορηγήσεις τους μέχρι και το 2016.

Σε σχετική μελέτη του Συμβουλίου της Ευρώπης τον Ιούνιο του 2010 για τη διαφάνεια στη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων (GRECO) διαπιστώνεται, ανάμεσα σε πολλά άλλα, ότι «η μεγάλη εξάρτηση από την κρατική χρηματοδότηση καταλήγει στην περιθωριοποίηση όλων των άλλων νόμιμων μορφών χρηματοδότησης», και ότι παρά το «γενικώς ικανοποιητικό θεσμικό πλαίσιο υπάρχει στην Ελλάδα μια γενικευμένη καχυποψία για τα πολιτικά κόμματα», η οποία μπορεί να οφείλεται «στο αναποτελεσματικό σύστημα ελέγχου ή και στο γεγονός ότι τα κόμματα στην Ελλάδα ευρίσκονται ταυτοχρόνως στη θέση του δικαστή και του δικαζομένου», αναφερόμενη στο ρόλο της Επιτροπής Ελέγχου της Βουλής τα πρακτικά των εργασιών της οποίας δεν δημοσιοποιούνται.

Οπως, όμως και εάν έχει η κατάσταση, είναι σαφές ότι σε μία εποχή γενικευμένων περικοπών των δημόσιων δαπανών όλα τα πολιτικά κόμματα της χώρας οφείλουν να προσαρμοστούν αμέσως στη νέα πραγματικότητα και να αποφεύγουν πρακτικές που εκθέτουν ένα, εν πολλοίς, δύστροπο πολιτικό σύστημα.