Οι ιστορικές καταβολές και οι προκλήσεις της αξιοποίησης

Του Νικολάου Καραμούζη

H διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων στην Ελλάδα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η Ελλάδα προσαρμοζόταν, υπό πίεση και τότε, στις νέες πραγματικότητες που είχαν διαμορφωθεί στην Ευρώπη τη δεκαετία του ’80.

Η διεθνής βιβλιογραφία επιβεβαιώνει ότι οι ιδιωτικοποιήσεις, ιδιαίτερα όταν συνοδεύονται από γενναίες μεταρρυθμίσεις, συμβάλλουν στην ανάπτυξη. Εχουμε υποχρέωση -όταν η ζωή μάς διαψεύδει- να θέτουμε το συμφέρον της χώρας και των πολιτών πάνω από πνευματικές και ιδεολογικές εμμονές και ξεπερασμένα πρότυπα λειτουργίας. Σήμερα, η νέα φάση τους έρχεται και πάλι ως κεντρικό σημείο μιας προσπάθειας ριζικού μετασχηματισμού και δομικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας.

Στα 20 χρόνια που μεσολάβησαν, το σύνολο των κρατικών εσόδων από ιδιωτικοποιήσεις κάθε μορφής στην Ελλάδα προσεγγίζει τα 24 δισ. ευρώ. Το κυρίαρχο, δε, στοιχείο των ιδιωτικοποιήσεων ήταν οι μετοχοποιήσεις εταιρειών του Δημοσίου με εισπρακτικό προσανατολισμό και με διατήρηση του μετοχικού ελέγχου και της διοίκησης.

Το πολιτικό σύστημα αντίθετο στις ιδιωτικοποιήσεις

Είναι, επίσης, αλήθεια ότι όλα αυτά τα χρόνια το ελληνικό πολιτικό σύστημα και ανεξαρτήτως εναλλαγών κομμάτων, αλλά και η ελληνική κοινωνία, με λίγες εξαιρέσεις, ήταν αντίθετοι και δεν κατανόησαν τη διαρθρωτική και αναπτυξιακή διάσταση της αξιοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου, ενοχοποιώντας, παράλληλα, κάθε αντίθετη άποψη.

Πρόσφατα, όμως, από τρέχουσες μετρήσεις της κοινής γνώμης διαφαίνεται ότι υπάρχει μια ανατροπή στην κοινωνία. Η δημοσιονομική κρίση και η αναποτελεσματικότητα των δημόσιων επιχειρήσεων, που κοστίζουν υπέρμετρα στον Ελληνα πολίτη, χωρίς να του προσφέρουν υπηρεσίες ανταγωνιστικές και ποιοτικές, άρχισαν να κλονίζουν κρατικιστικές πεποιθήσεις και στερεότυπα δεκαετιών, με αποτέλεσμα η πεποίθηση υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων να εξελίσσεται σε πλειοψηφούσα άποψη.

Η αντίθεση της κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας στην Ελλάδα στη διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων τα προηγούμενα χρόνια συνδέεται με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, όπως:

  • την επικράτηση, τις τελευταίες δεκαετίες, ενός παρεμβατικού και κρατικοκεντρικού αναπτυξιακού προτύπου λειτουργίας της οικονομίας και ενός πελατειακού και συντεχνιακού συστήματος παροχών και παρέμβασης στην οικονομία,
  • την κυριαρχία ενός εχθρικού περιβάλλοντος για το ιδιωτικό επιχειρείν, σε όλα τα επίπεδα της ελληνικής κοινωνικής και πολιτικής διαστρωμάτωσης, που τροφοδοτήθηκαν και από την ιδεολογική επικράτηση των παρεμβατικών απόψεων για την οικονομία και από τις αποτυχίες της επιχειρηματικότητας και των αναγκαίων, τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, κρατικοποιήσεων,
  • στη διαμόρφωση διαπλεκόμενων σχέσεων μεταξύ του πολιτικού συστήματος και ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων, που απολάμβαναν προνομιακούς όρους σχέσεων με τον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε εκτεταμένο φάσμα των οικονομικών δραστηριοτήτων και συναλλαγών,
  • την ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων μεταξύ του πολιτικού συστήματος και του συνδικαλιστικού κινήματος στις ΔΕΚΟ.

Οι σχέσεις αυτές καταδυναστεύουν επί δεκαετίες ολόκληρο το δημόσιο τομέα, οργανισμούς και δημόσιες επιχειρήσεις, όπου αναπτύχθηκε ο πελατειακός μηχανισμός διορισμού ημετέρων και κομματικών στρατών, χωρίς αξιολόγηση, που με τη σειρά τους διασφάλιζαν απολαβές και προνόμια μέχρι και τρεις φορές υψηλότερα των αντίστοιχων του ιδιωτικού τομέα, ενώ σταδιακά εθίστηκαν στη συνδιαχείριση των εταιρειών και την άσκηση εξουσίας.

Παράλληλα, το σύστημα ανεχόταν ή/και τροφοδοτούσε την απομάκρυνση των ΔΕΚΟ από τη βασική τους αποστολή, που είναι η εξυπηρέτηση των πολιτών με ανταγωνιστικές τιμές, ποιοτικές υπηρεσίες, διαφανείς όρους λειτουργίας και λογοδοσίας, και μάλιστα χωρίς ζημιές και υπερδανεισμό, που επιβαρύνουν τελικά το κοινωνικό σύνολο.

Η αλλαγή στην κοινωνία και τον πολιτικό σχηματισμό της παραπάνω κυρίαρχης αντίληψης λειτουργίας του ευρύτερου δημόσιου τομέα και η ανατροπή των υφιστάμενων παθογενών δομών και σχέσεων, αποτελούν την πολιτική προϋπόθεση για την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και την ένταξή τους σε μία νέα αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας. Οι ιδιωτικοποιήσεις θα έχουν επιτυχία, όταν το πολιτικό σύστημα πιστέψει ότι συμβάλλουν στην ανάπτυξη της χώρας και όχι όταν νιώθει υποχρεωμένο να τις κάνει γιατί πρέπει, σερνόμενο από την τρόικα και τις υποχρεώσεις.

Μεγάλο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων

Η Ελλάδα καλείται σήμερα να προχωρήσει ταχύτατα και υπό πίεση σε ένα μεγάλο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας, την οποία κάποιοι εκτιμητές υπολογίζουν σε 300 δισ. ευρώ, ποσό εξωπραγματικό που κινείται στα όρια της υπερβολής για εμπορική αξία.

Μετά από δύο χρόνια απραξίας, ανακοινώθηκε αρχικά ένα πρόγραμμα 50 δισ. ευρώ, εσόδων από την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Τώρα, το ποσό έχει μειωθεί στα 19 δισ. ευρώ μέχρι το 2015, στόχος που εξακολουθεί κατά τη γνώμη μου να είναι ιδιαίτερα αισιόδοξος, με τις παρούσες δομές αποφάσεων, ταχύτητα υλοποίησης και συνθήκες αγοράς. Υπάρχουν τρεις σημαντικές κατηγορίες ιδιωτικοποιήσεων:

  1. πωλήσεις εταιρειών και εκχώρηση της ευθύνης διαχείρισης σε ιδιώτες (20% του συνόλου),
  2. αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας και της δημόσιας γης (50% του συνόλου), και
  3. αξιοποίηση των δικαιωμάτων και παραχωρήσεων (30% του συνόλου).

Είναι ενδιαφέρον να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι προτάσεις τύπου EUREKA, όπου τα περιουσιακά στοιχεία της Ελλάδας θα δεσμεύονταν σε μία διεθνή νομική οντότητα, υπέρ του EFSF, το οποίο θα μας δάνειζε, με στόχο κυρίως την εξαγορά υφιστάμενου δημόσιου χρέους και τη χρηματοδότηση επενδύσεων, είχε μεγάλο ενδιαφέρον και πρακτική χρησιμότητα πριν από μερικούς μήνες, όταν η κατάσταση δεν είχε χειροτερεύσει τόσο δραματικά. Τώρα, που βρισκόμαστε μπροστά στην ολοκλήρωση ενός νέου μεγάλου πακέτου βοήθειας προς την Ελλάδα με διαγραφή χρέους, το EUREKA στην αρχική μορφή φαίνεται μάλλον ξεπερασμένο από τα γεγονότα. Μία παρεμφερής πρόταση, που μπορεί να έχει κάποιο ενδιαφέρον σήμερα είναι η Ελλάδα να εκχωρήσει σε εταιρεία ειδικού σκοπού στο εξωτερικό όλες τις μελλοντικές εισπράξεις από έργα παραχωρήσεων (όπως η Αττική Οδός, η Εγνατία Οδός, τα λιμάνια, οι μεγάλοι οδικοί άξονες) και τις συμβάσεις αξιοποίησης περιουσίας, όπως το Ελληνικό.

Με την ενεχυρίαση των παραπάνω εξασφαλίσεων, οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, θα μπορούσαν να διαμορφώσουν ένα μεγάλο, στοχευμένο πρόγραμμα χρηματοδότησης, μέσω των τραπεζών, επενδύσεων από ιδιωτικές επιχειρήσεις, καθώς και των προγραμμάτων ΣΔΙΤ και των μεγάλων έργων υποδομών στην Ελλάδα, με ευνοϊκούς όρους δανεισμού, για να τονωθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις και η ανάπτυξη.

Παρά τις προσπάθειες, το κυρίαρχο στοιχείο των ιδιωτικοποιήσεων σήμερα παραμένει η είσπραξη εσόδων για δημοσιονομικούς λόγους κάτω από την πίεση των αρνητικών εξελίξεων, αλλά και η βίαιη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, ώστε να μην επαναληφθούν οι αμαρτίες του χθες.

Σε μία χώρα, όμως, που οι ιδιωτικές επενδύσεις έχουν καταρρεύσει από 24% του ΑΕΠ το 2007 σε 13,4% περίπου σήμερα, οι ξένες επενδύσεις απομακρύνονται από την Ελλάδα και οι δημόσιες επενδύσεις συρρικνώνονται, κυρίαρχο στοιχείο της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας πρέπει να είναι η αναπτυξιακή διάσταση και η προσέλευση εγχώριων και ξένων επενδύσεων, στο πλαίσιο μιας νέας εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής, που θα συμπεριλαμβάνει μεταρρυθμίσεις, φιλικές για το επιχειρείν, άνοιγμα των αγορών στον ανταγωνισμό, ριζική αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης, έντονη ανάπτυξη της οικονομικής εξωστρέφειας και άνθηση των ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων.

Εισηγμένες εταιρείες

Ενδεικτικά, αξίζει να αναφέρω ότι η σημερινή αξία όλων των εισηγμένων υπό δημόσιο έλεγχο εταιρειών προσεγγίζει τα τρία δισ. ευρώ, όταν στις αρχές του 2007 η αντίστοιχη αξία ήταν πάνω από 15 δισ. ευρώ.

Αρα, η ταχύτατη και άμεση ρευστοποίηση των παραπάνω συμμετοχών στο σημερινό επενδυτικό και χρηματιστηριακό κλίμα δεν συμβάλλει παρά ελάχιστα στη μείωση του δημόσιου χρέους -ενώ θα τροφοδοτήσει με επιχειρήματα και όσους είναι, είτε από συμφέρον είτε ιδεολογικά, αντίθετοι συκοφαντώντας έτσι συνολικά τη διαδικασία.
Κατά τη γνώμη μου, οι πωλήσεις των παραπάνω στρατηγικών μεριδίων του Δημοσίου, αφού δεν έχουμε χρόνο να βρούμε προσφορότερες συνθήκες, πρέπει να επιδιωχθεί να συνδυαστούν εναλλακτικά ή σωρευτικά:

  1. Με τη δέσμευση για υλοποίηση από τον επενδυτή συγκεκριμένου επενδυτικού προγράμματος, ώστε να διασφαλίζεται η αναπτυξιακή διάσταση,
  2. Με ρήτρες συμμετοχής στα μελλοντικά κέρδη της εταιρείας, ή διασφάλισης υπέρ του Δημοσίου, τμήματος της χρηματιστηριακής υπεραξίας (upside),
  3. Με την πώληση μικρότερου πακέτου μετοχών σήμερα, αλλά οπωσδήποτε με εκχώρηση της διοίκησης μέσω συμφωνίας μετόχων, ώστε να διατεθεί το υπόλοιπο σε καλύτερες συνθήκες στο μέλλον, είτε στην αγορά, ή στον στρατηγικό επενδυτή.
Μη εισηγμένες εταιρείες

Υπάρχουν σήμερα 140 περίπου μη εισηγμένες εταιρείες και οργανισμοί υπό τον έλεγχο του Δημοσίου με συνολικό οικονομικό έλλειμμα, πριν από τις επιχορηγήσεις και το επενδυτικό τους πρόγραμμα, κοντά στα 2,5 δισ. ευρώ με βάση τις εκτιμήσεις του προϋπολογισμού για το 2011.

Βασικός τροφοδότης των ελλειμμάτων στις ΔΕΚΟ είναι 11 εταιρείες, κυρίως στις συγκοινωνίες, με αρνητικό οικονομικό αποτέλεσμα που αθροίζει κοντά στο 90% του συνολικού ελλείμματος των ΔΕΚΟ.

Το συμπέρασμα είναι ότι δεν υπάρχουν παρά λίγες εταιρείες (κυρίως στους τομείς της ενέργειας και των αεροδρομίων) που θα μπορούσαν, συμβατικά, να ιδιωτικοποιηθούν στον παραπάνω κατάλογο, εκτός αν αποφασίσουμε πιο ριζοσπαστικές παρεμβάσεις, που δεν βρίσκονται σήμερα στην ατζέντα, και είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσουν πλήθος αντιδράσεων, όπως:

  • Ιδιωτικοποιήσεις πχ. στον τομέα των συγκοινωνιών (οι αστικές συγκοινωνίες στα Χανιά είναι ιδιωτικές, στη Θεσσαλονίκη λειτουργεί συνεταιρισμός ιδιωτών και στις υπεραστικές συγκοινωνίες, επίσης, το ίδιο, και φαίνεται να λειτουργούν μια χαρά),
  • Outsourcing των προσφερόμενων κοινωνικών υπηρεσιών, ή εν μέρει υποκατάστασή τους από τη συστηματική ενεργοποίηση της ιδιωτικής φιλανθρωπίας και εθελοντισμού, και
  • Εκχώρηση ζημιογόνων εταιρειών του Δημοσίου εκτός των κλάδων κοινής ωφελείας στους εργαζομένους, έναντι ενός ευρώ και απαλλαγμένων μάλιστα από τα υφιστάμενα χρέη (πχ. ΕΛΒΟ, ΠΥΡΚΑΛ). Αν δεν το δεχτούν, να προσφέρουμε το ίδιο πακέτο με πλειοδοτικό διαγωνισμό σε ιδιώτες επενδυτές.

Πάντως, το βάρος της προσπάθειας στις μη εισηγμένες ζημιογόνες εταιρείες και οργανισμούς του Δημοσίου, που δεν μπορούν να ιδιωτικοποιηθούν και να αξιοποιηθούν με τις παραπάνω διαδικασίες, θα πρέπει να επικεντρωθεί στο σοβαρό εξορθολογισμό των δαπανών και την αξιοποίηση της περιουσίας τους, στη διαμόρφωση της κατάλληλης τιμολογιακής πολιτικής, στην αναδιάρθρωση και συγχώνευση των εταιρειών και στο κλείσιμο όλων εκείνων, που δεν έχουν καμία παραγωγική και κοινωνική αποτελεσματικότητα.

Αξιοποίηση ακινήτων

Η αξιοποίηση των ακινήτων είναι μια χρονοβόρα και δύσκολη υπόθεση. Ακόμη και σήμερα, δεν έχει χαρτογραφηθεί και εκτιμηθεί η ακίνητη περιουσία του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Πολλά από τα ακίνητα έχουν σοβαρά νομικά και χωροταξικά ζητήματα, πολεοδομικές παραβάσεις, ενώ άλλα έχουν απαξιωθεί, καθώς έχουν εγκαταλειφθεί ή δεν έχουν συντηρηθεί για χρόνια.

Τους τελευταίους μήνες και μετά από διετή τουλάχιστον προετοιμασία, έχουν εντοπιστεί γύρω στα 30 ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα του Δημοσίου, εκτιμώμενης αξίας 350-400 εκατ. ευρώ, τα οποία οδεύουν προς αξιοποίηση μέσω της πώλησής τους σε ιδιώτες και με ταυτόχρονη μίσθωσή τους στο Δημόσιο (με απόδοση περίπου 9%).

Η διαδικασία αξιοποίησης των ακινήτων του ευρύτερου δημόσιου τομέα χρειάζεται αρκετό χρόνο, ενώ η στενότητα ρευστότητας στην αγορά, ο νόμος Κατσέλη για τις μακροχρόνιες μισθώσεις, τα υψηλά επιτόκια δανεισμού, οι σημαντικές αβεβαιότητες και η μεγάλη προσφορά ιδιωτικών ακινήτων καθιστούν ακόμη πιο δύσκολη την άσκηση.

Ισως, παράλληλα, θα πρέπει να εξεταστεί η δημιουργία δύο-τριών εξειδικευμένων εταιρειών ανάπτυξης και διαχείρισης ακινήτων του Δημοσίου. Η άντληση κεφαλαίων για τη χρηματοδότησή τους μπορεί να γίνει είτε με την εισαγωγή των παραπάνω εταιρειών στο ΧΑΑ με διάθεση υφιστάμενων μετοχών, είτε με διάθεση, σε πρώτη φάση, μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση σε στρατηγικούς ιδιώτες επενδυτές, αλλά και με ενεργοποίηση του δανεισμού από τις εταιρείες για μόχλευση. Επιπλέον, η διαχείριση θα μπορούσε να ανατεθεί σε ιδιωτικούς εξειδικευμένους φορείς, αφού υποχρεωθούν οι τελευταίοι -ως προϋπόθεση- να συνεπενδύσουν με μετρητά στις παραπάνω εταιρείες ακινήτων.

Δικαιώματα-παραχωρήσεις

Τέλος, το τμήμα των ιδιωτικοποιήσεων που αφορά στην πώληση δικαιωμάτων (πχ. φάσματα επικοινωνίας), τις παραχωρήσεις γης για ανάπτυξη (πχ. Ελληνικό), τις παραχωρήσεις για ανάπτυξη των υποδομών -αεροδρόμια, λιμάνια, εναλλακτικές πηγές ενέργειας, τουριστικές εγκαταστάσεις, οδικά δίκτυα, διαχείριση αποβλήτων, υδάτινοι πόροι- και τις συμπράξεις ιδιωτικού με δημόσιο τομέα για δημόσια έργα, έχουν όλα έντονο αναπτυξιακό χαρακτήρα, αλλά απαιτούν σημαντικό χρόνο, προετοιμασία και χρηματοδότηση για την αξιοποίησή τους.

Τα μεγάλα οδικά έργα έχουν σταματήσει εδώ και δύο χρόνια και οι υπεύθυνοι ακόμη συνεδριάζουν, για να επιλύσουν τα εκκρεμή ζητήματα. Το προσχέδιο του νομοσχεδίου για το πλαίσιο αξιοποίησης του Ελληνικού μόλις δημοσιεύτηκε μετά από δύο χρόνια προσπάθειας. Κανένα νέο ΣΔΙΤ δεν προχωρά, κυρίως, λόγω έλλειψης χρηματοδότησης και η προσπάθεια για ανάπτυξη των περιφερειακών αεροδρομίων, παραμένει στα χαρτιά για χρόνια.

Τα έργα παραχώρησης, αν ξεκινήσουν όλα σήμερα, δεν θα αποδώσουν έσοδα, ούτε σημαντικό αναπτυξιακό μέρισμα τα επόμενα δύο-τρία χρόνια, αλλά η υλοποίησή τους θα θέσει τις βάσεις για μια σταθερή μακροχρόνια αναπτυξιακή πορεία, για ένα μεγάλο αναπτυξιακό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας.

Το ΤΑΙΠΕΔ και τα προβλήματα ιδιωτικοποιήσεων

Η δημιουργία του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου ήταν ένα σωστό βήμα, μετά από δύο χρόνια σχεδόν μηδενικών ιδιωτικοποιήσεων, αλλά τολμώ να πω χωρίς να παρεξηγηθώ ότι η πρόοδος που έχει σημειωθεί δεν είναι ικανοποιητική, γιατί η δομή του και η διαδικασία λήψης των αποφάσεων είναι αρκετά γραφειοκρατική και πολιτικοποιημένη, παρά τις μεγάλες προσπάθειες και ικανότητες του κ. Μητρόπουλου.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι σαφές σε όλους ότι στη σημερινή συγκυρία οι ιδιωτικοποιήσεις είναι δύσκολες και για αντικειμενικούς λόγους. Ενδεικτικά μόνο να αναφέρω το αρνητικό διεθνές περιβάλλον, τους κινδύνους και τις αβεβαιότητες στις αγορές, τους επιβραδυνόμενους ρυθμούς ανάπτυξης, τη διαδικασία δανειακής απομόχλευσης των ευρωπαϊκών τραπεζών και τα ανοδικά spreads για την ανάληψη πιστωτικού κινδύνου. Ακόμη, η εκτιμώμενη από τις αγορές υψηλή πιθανότητα χρεοκοπίας και επιστροφής στη δραχμή, αποτρέπει οποιαδήποτε σκέψη για επενδύσεις. Η στενότητα ρευστότητας του εγχώριου τραπεζικού συστήματος δεν διευκολύνει επενδύσεις από το εγχώριο επιχειρηματικό κεφάλαιο, ενώ και το επιχειρηματικό περιβάλλον παραμένει προβληματικό, χωρίς άρση των γραφειοκρατικών και άλλων εμποδίων.

Αυτό σημαίνει ότι για να επιτύχει το πρόγραμμα μέσα σε αντίξοες συνθήκες, θα χρειαστεί πέρα από τεχνοκρατική επάρκεια, ευελιξία, διαφάνεια, σταθερή πολιτική βούληση και διεύρυνση της κοινωνικής υποστήριξης, δηλαδή, κάθε κίνηση πρέπει να στηρίζεται σε ξεκάθαρα και καθαρά διατυπωμένα κριτήρια:

  1. Στις ιδιωτικοποιήσεις με αναπτυξιακή διάσταση το οικονομικό προϊόν δεν είναι ούτε το αποκλειστικό, ούτε το βασικό κριτήριο. Να είμαστε προετοιμασμένοι να αποδεχτούμε χαμηλότερο τίμημα έναντι δεσμεύσεων για επενδύσεις και ανάπτυξη της εταιρείας,
  2. Προτεραιοποιούμε την πώληση assets που η αξία τους είναι ικανοποιητική σήμερα στην αγορά (πχ. εταιρείες ενέργειας, αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος). Αλλα στοιχεία, που είναι υποτιμημένα (πχ. τράπεζες) να αναδιαρθρωθούν πρώτα και να δομηθούν με τρόπο που να επαυξάνουν για το Δημόσιο τη μελλοντική υπεραξία πριν πωληθούν,
  3. Για τις ζημιογόνες δημόσιες επιχειρήσεις χωρίς ιδιωτικό ενδιαφέρον σήμερα η πλήρης εξυγίανση και η βελτίωση του κόστους λειτουργίας προηγείται της ιδιωτικοποίησης. Στην ακίνητη περιουσία, πρώτα ξεκαθαρίζουμε τους τίτλους ιδιοκτησίας, τα άλλα προβλήματα και τα δικαιώματα γης, και μετά ακολουθεί η αξιοποίηση (χρήση γης, περιβαλλοντολογικά θέματα, χωροταξικά, αιγιαλός, σχέση με τοπική αυτοδιοίκηση, zoning, κά.),
  4. Για στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις, σε πολύ χαμηλή τρέχουσα χρηματιστηριακή αξία, μπορεί να εκχωρηθεί η διαχείριση ενδεχομένως μαζί με ένα σημαντικό ποσοστό συμμετοχής σε στρατηγικό μέτοχο και να διατηρηθεί μειοψηφικό ποσοστό από το Δημόσιο, για να καρπωθεί μελλοντικά οφέλη.

Οι ιδιωτικοποιήσεις έχουν και ένα άλλο, παράπλευρο, αλλά καθόλου ασήμαντο όφελος για την κοινωνία. Κατ’ αρχάς, περιορίζουν το πελατειακό κράτος, την ώρα που απελευθερώνουν πολύτιμους πόρους για την παραγωγική οικονομία, και μηδενίζουν την αιμορραγία -αν οι εταιρείες είναι ζημιογόνες. Ταυτόχρονα, δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, αν συνδεθούν με ένα σοβαρό αναπτυξιακό πρόγραμμα.

Επιπρόσθετα, λιγότερο προφανές αλλά εξαιρετικά σημαντικό είναι ότι καθαρές, διαφανείς, ιεραρχημένες και στοχευμένες ιδιωτικοποιήσεις μπορούν να συμβάλουν αποφασιστικά στην ανάδυση μιας νέας επιχειρηματικής τάξης. Η τελευταία οφείλει να κινείται μακριά από την προστασία και τη θαλπωρή των κρατικών εργασιών, οι οποίες ούτως ή άλλως μειώνονται δραματικά. Χρειαζόμαστε μια επιχειρηματική τάξη που θα αναλαμβάνει δυναμικές πρωτοβουλίες και επιχειρηματικούς κινδύνους, θα είναι διεθνοποιημένη και θα στέκεται με αξιώσεις και πλεονεκτήματα απέναντι στο διεθνή ανταγωνισμό χωρίς κρατικά δεκανίκια, διατηρώντας αίσθημα κοινωνικής και εταιρικής ευθύνης, εντέλει αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ίδια τη χώρα της.

Το κρίσιμο στοιχείο, για να λειτουργήσει η οικονομία της αγοράς και οι ιδιωτικοποιήσεις επ’ ωφελεία της κοινωνίας και της οικονομίας, είναι να λειτουργήσουν αποτελεσματικά οι θεσμοί της αγοράς: ο ανταγωνισμός, οι ανεξάρτητες εποπτικές, ελεγκτικές και ρυθμιστικές Αρχές, η δικαιοσύνη, η δημόσια διοίκηση, η εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η διαφάνεια, ο έλεγχος, η λογοδοσία και η εταιρική διακυβέρνηση στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, τις ΔΕΚΟ, την τοπική αυτοδιοίκηση, τους φορείς της υγείας και της παιδείας.

Οι ιδιωτικοποιήσεις πρέπει να γίνουν με καθαρούς, διαφανείς, αποτελεσματικούς και αναπτυξιακούς τρόπους και με φερέγγυους επενδυτές, ώστε να πείσουν την κοινωνία για την αναγκαιότητά τους και να δώσουν ένα σήμα στις αγορές και τους εταίρους ότι η Ελλάδα αλλάζει, ότι η προσπάθεια αποδίδει.