Ο σύμβουλος και η σημασία του στις αποκρατικοποιήσεις

Του Παναγή Βουρλούμη

Kατ’ αρχάς, οφείλω να σας πληροφορήσω ότι είμαι οπαδός της εκποίησης όσο γίνεται μεγαλύτερου μέρους της δημόσιας περιουσίας και όσο γίνεται πιο γρήγορα, και αυτά τα πρέσβευα δημόσια πριν μας το ζητήσουν απέξω. Επίσης, χρειάζεται να διευκρινίσω ότι οι στόχοι για αυτή τη στρατηγική, κατά τη γνώμη μου, δεν πρέπει να είναι εισπρακτικοί, αλλά η απαλλαγή του εθνικού πλούτου από την κακοδιαχείριση του κράτους και η απόδοσή του σε ιδιοκτήτες που θα φροντίσουν να τον αξιοποιήσουν και να τον αναπτύξουν. Βεβαίως, η διαδικασία πρέπει να αποβλέπει στην εξασφάλιση του υψηλότερου δυνατού τιμήματος, να μην αφήνει «λεφτά στο τραπέζι», αλλά μέσα στο πλαίσιο της αγοράς την εποχή που γίνεται η εκποίηση. Μεγαλύτερη έμφαση από την τιμή να δίνεται στη σοβαρότητα του αγοραστή και στην ικανότητά του να αναπτύξει το αντικείμενο που αποκτά. Προκειμένου για επιχειρήσεις κοινής ωφελείας και φυσικά μονοπώλια, ο νέος ιδιοκτήτης να δεσμεύεται από όρους που θα εξασφαλίζουν την ποιότητα και προσβασιμότητα των υπηρεσιών σε ανταγωνιστικές τιμές.

Για την πραγματοποίηση του τεχνικά δύσκολου και πολιτικά ευαίσθητου έργου της εκποίησης της κρατικής περιουσίας χρειάζεται να δίνεται πλήρης πολιτική κάλυψη σε εκείνους στους οποίους και έχει ανατεθεί. Πολιτική κάλυψη χωρίς όρους και δεσμεύσεις, πέρα για πέρα, ώστε να μπορούν να διαπραγματευτούν άνετα. Εξυπακούεται ότι τα εν λόγω όργανα είναι ειλικρινείς οπαδοί της ιδιωτικοποίησης.

Πέρυσι το Μάιο η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ δημοσίευσε άρθρο μου με τίτλο «Η αποδοτικότερη αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου», που περιγράφει εμπειρίες κερδισμένες από τις προσπάθειες του ΟΤΕ να εκποιήσει ακίνητά του, ενώ περιέχει ορισμένες προτάσεις και σκέψεις πάνω στο θέμα. Για να μην επαναλάβω ό,τι έχω ήδη γράψει, διάλεξα εδώ να «φορέσω το καπέλο» του συμβούλου και να προσεγγίσω το θέμα πρώτα από τη σκοπιά του συμβούλου του πωλητή και μετά του αγοραστή.

Για να γίνει ελκυστικό το προς πώληση, πρέπει να παρουσιαστεί κατάλληλα και στους σωστούς ενδιαφερομένους. Επειδή το «πακετάρισμα» και η προσέγγιση της αγοράς συνήθως ξεπερνούν τις δυνατότητες μιας δημόσιας υπηρεσίας, είναι προτιμότερο να ανατίθεται σε σύμβουλο. Πέρα από τη βούληση να γίνει η πώληση, πριν αρχίσουν οι σχετικές ενέργειες, θα πρέπει να εξασφαλιστεί ότι υπάρχουν όχι μόνο οι τυπικές, αλλά και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις. Αυτές είναι η βεβαιότητα ότι η διοίκηση της εταιρείας προς πώληση, ή η υπηρεσία που νέμεται το ακίνητο, αν πρόκειται για ακίνητο, είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένες με την πολιτική βούληση να γίνει η πώληση. Από την εμπειρία μου, πολλές αγοραπωλησίες που απέτυχαν, τορπιλίστηκαν από μέσα, ακόμη και από κατώτερα στελέχη. Αν οι διοικήσεις ή τα στελέχη δεν συνεργάζονται, επιβάλλεται να αντικαθίστανται.

Δεν υπάρχει απόλυτος τρόπος προστασίας των υπευθύνων από κατηγόριες σχετικές με το «χαμηλό» τίμημα που θα εισπράξει το Δημόσιο από μία εκποίηση περιουσιακού του στοιχείου. Ιδίως στις ημέρες μας που οι τιμές μετοχών και ακινήτων συγκρίνονται ακόμη με ό,τι ίσχυε στο άμεσο παρελθόν, το ενδεχόμενο εμπλοκής σε δικαστικές περιπέτειες είναι αρκετά πιθανό. Η ποινικοποίηση της επιχειρηματικής δράσης και η υποκριτική επίκληση του δημόσιου συμφέροντος, οι πολιτικές βεντέτες, τα συμφέροντα, η σκανδαλοθηρία των ΜΜΕ και η καλλιέργεια της νοοτροπίας ότι «όλοι κλέβουν», είναι ισχυρά αποτρεπτικά. Πολλές πωλήσεις δεν γίνονται γιατί οι υπεύθυνοι φοβούνται να υπογράψουν. Στην περίπτωση, όμως, όπως τώρα, που οι εκποιήσεις πρέπει να γίνουν με κάθε θυσία, τότε σχετική ασφάλεια παρέχουν οι παρακάτω διαδικασίες, επιγραμματικά.

Να γίνει αποτίμηση του πράγματος από εταιρεία διεθνώς καταξιωμένων συμβούλων και αν είναι μεγάλης αξίας και/ή πολιτικά ευαίσθητο, από δύο συμβούλους. Οι σύμβουλοι θα καθορίσουν ένα εύρος τιμής -ανώτατη, και πιο σημαντικό την κατώτατη- μέσα στο οποίο οι χειριστές της πώλησης θα μπορούν να κινηθούν. Θα έχει προεγκριθεί το εύρος από τους πολιτικούς τους προϊσταμένους με τρόπο δεσμευτικό.

Οι περισσότερες πωλήσεις προτιμούν τον τρόπο του πλειοδοτικού διαγωνισμού, με δικαίωμα του πωλητή να τον κηρύξει άκυρο, αν δεν ικανοποιηθεί από την τιμή. Προκειμένου για επιχειρήσεις του Δημοσίου και δη επιχειρήσεις που κρίνεται ότι έχουν στρατηγική σημασία, ή πάντως κατέχουν ρόλο στην οικονομία, είναι απαραίτητο να υπάρχει προφίλ του επιθυμητού αγοραστή, ώστε να αποκλειστούν ευκαιριακοί επιδρομείς ή εθνικά ανεπιθύμητοι.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο υποψήφιος αγοραστής πρέπει να υποβάλει κάποιο επιχειρηματικό σχέδιο, ιδίως όταν πρόκειται για επιχειρήσεις κοινής ωφελείας. Η γενική συμβουλή μου είναι ότι για αγοραπωλησίες με σημαντικό αντικείμενο, συμφέρει όλη η διαδικασία να ανατίθεται σε σύμβουλο με αμοιβή που να του δίνει κίνητρο να επιτύχει την υψηλότερη τιμή και τους καλύτερους όρους.

Ας περάσουμε τώρα στο ρόλο του συμβούλου του αγοραστή. Πριν κάνει προσφορά ο υποψήφιος αγοραστής, θα ζητήσει στοιχεία που θα του επιτρέψουν να μελετήσει το προς πώληση αντικείμενο. Να κάνει αυτό που λέγεται due diligence. Οσο λεπτομερής και αν είναι η περιγραφή του πωλητή, δεν πρέπει να αρκεστεί σε αυτήν. Στο κλίμα της αναξιοπιστίας σε ό,τι προέρχεται από την Ελλάδα, η διαδικασία αυτή θα είναι εξονυχιστική και ως σύμβουλος θα παρότρυνα τον υποψήφιο αγοραστή να κοιτάξει ιδιαίτερα το εργασιακό καθεστώς, τόσο το γενικότερο, όσο και αυτό που ισχύει στην εταιρεία. Αυτά παρά την πρόσφατη κατάργηση της μονιμότητας.

Στην περίπτωση ΔΕΚΟ ή παραπλήσιων εταιρικών μορφωμάτων, η πώληση θα ήταν πολύ ευκολότερη, αν προσφέρονταν καθαρές, χωρίς εργαζομένους, με δικαίωμα του νέου ιδιοκτήτη να τις επανδρώσει ο ίδιος, ή τουλάχιστον χωρίς Γενικό Κανονισμό Προσωπικού.

Αυτό δεν είναι συνήθως εφικτό και ο πωλητής-Δημόσιο θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να περάσει τα προβλήματα στον αγοραστή, συνήθως με προφορικές διαβεβαιώσεις ότι θα τον βοηθήσει να τακτοποιήσει τα όποια θέματα, μετά την πώληση. Η θέση του συμβούλου εδώ πρέπει να είναι κατηγορηματική. Ή θα επιτύχει το εργασιακό καθεστώς που επιθυμεί πριν από την πώληση, ή δεν θα αγοράσει.

Ο πωλητής θα πρέπει επίσης να μελετήσει προσεκτικά το ρυθμιστικό καθεστώς που ισχύει για την επιχείρηση ή κλάδο, εφόσον υπόκειται στη ρύθμιση. Πρέπει να δοθεί εκεί ιδιαίτερη προσοχή και να εξασφαλιστεί ρυθμιστική σταθερότητα.

Τέλος, ο υποψήφιος αγοραστής να μην δεχτεί όρους που τον αναγκάζουν να μοιράζεται το διευθυντικό δικαίωμα με τρίτους -κράτος ή συνδικάτα.

Αυτά τα τρία βασικά σε ό,τι αφορά επιχειρήσεις. Σχετικά με τα ακίνητα, ο σύμβουλος πέρα από την έρευνα των τίτλων, που στην Ελλάδα δεν είναι πάντα απλή (βλέπε Σιθωνία), ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στην «πολεοδομική ιστορία», όπως και το πολεοδομικό καθεστώς που ισχύει την εποχή της πώλησης, διεκδικήσεις, κλπ.

Ολα όσα είπα μέχρι τώρα φαίνονται απλοϊκά, αλλά θέλω να σκεφτείτε ότι επί δύο χρόνια και αρκετά ακόμη πριν από το 2009, οι κυβερνήσεις έλεγαν ότι θέλουν να εκποιήσουν περιουσία του Δημοσίου, αλλά τελικά ελάχιστα πράγματα έγιναν, αν εξαιρέσουμε τον ΟΤΕ και πιο πρόσφατα μία προβλήτα του ΟΛΠ. Και απέτυχαν οι προσπάθειες σε εποχές που υπήρχε ζήτηση, πόσο μάλλον τώρα που η Ελλάδα δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής προορισμός για επενδύσεις.

Οπως ακούσατε, οι συμβουλές μου είναι πρακτικές και όχι τεχνοκρατικές. Οταν δεν θέλουμε να κάνουμε κάτι, το κάνουμε πολύπλοκο. Στην περίπτωση που εξετάζουμε σήμερα, τα πράγματα είναι κατά τη γνώμη μου μάλλον απλά. Σε κάποια τιμή, προσφορά και ζήτηση συναντώνται.