Ανακατατάξεις στο χώρο της υγείας: η ευκαιρία της Ελλάδας

Του Ανδρέα Περσίδη

Δεν είναι μόνο η Ελλάδα που αντιμετωπίζει δυσκολίες. Και δεν είναι μόνο τα κράτη που προσπαθούν να «συμμαζέψουν» τα του οίκου τους. Ακόμη και παραδοσιακά ακμαίοι κλάδοι, όπως αυτός της υγείας, βρίσκονται σε φάση ανακατατάξεων και διεργασιών που, όμως, ως γνωστόν, δημιουργούν ευκαιρίες για εκείνους που είναι ευέλικτοι, ανταγωνιστικοί και έτοιμοι.

Στην παρούσα συγκυρία, ο κλάδος της φαρμακοβιομηχανίας βιώνει σε παγκόσμιο επίπεδο την «τέλεια καταιγίδα». Κατ’ αρχάς, πολλές φαρμακευτικές εταιρείες βρίσκονται αντιμέτωπες με το λεγόμενο «γκρεμό των πατεντών» (“patent cliff”). Με απλά λόγια, στα επόμενα 3-5 χρόνια ένας μεγάλος αριθμός φαρμάκων θα απολέσει την προστασία της σχετικής πνευματικής ιδιοκτησίας. Ως αποτέλεσμα υπολογίζεται ότι περίπου 60 δισ. δολάρια θα χαθούν στον ανταγωνισμό των γενοσήμων.

Κατά δεύτερον, παρά την αδιαμφισβήτητη πρόοδο, υπάρχει μία «ένδεια καινοτομίας» (innovation deficit), καθότι μία σειρά πολλά υποσχόμενων τεχνολογιών και προσεγγίσεων δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα, με αποτέλεσμα τα χαρτοφυλάκια φαρμάκων των εταιρειών να μην εμπλουτίζονται με τους απαραίτητους ρυθμούς παρά τις αυξανόμενες επενδύσεις στο χώρο.

Κατά τρίτον, υπάρχει μία ολοένα αυξανόμενη απαίτηση των εθνικών οργανισμών φαρμάκων, αλλά και των ασφαλιστικών οργανισμών για πιο ασφαλή, διαφοροποιημένα και φτηνά σκευάσματα. Τέλος, οι ίδιοι οι ασθενείς και οι οργανώσεις τους πιέζουν για προσωποποιημένες θεραπείες, ενώ με όπλο την αυξανόμενη πρόσβαση μέσω του διαδικτύου σε ποιοτική πληροφόρηση ασκούν ρόλο ελεγκτικό αλλά και καταλυτικό για την εξεύρεση λύσεων στις θεραπείες του άμεσου ενδιαφέροντός τους.

Αντιδρώντας σε αυτό το περιβάλλον, οι φαρμακευτικές έχουν επιδοθεί σε εξαγορές και συγχωνεύσεις, καθώς και σε οργανωτικές ανακατατάξεις που αποτελούν μία πρώτη στρατηγική για την αντιμετώπιση των δυσκολιών. Παράλληλα, η μείωση του κόστους έχει επίσης έλθει στο προσκήνιο στο τωρινό περιβάλλον των «ισχνών αγελάδων». Ετσι, εκτός από τις απολύσεις προσωπικού, βλέπουμε με ολοένα και αυξανόμενους ρυθμούς πολλές εταιρείες να στρέφονται προς τη λογική υπεργολαβιών και εξωτερικών συνεργασιών (outsourcing), σύμφωνα με την οποία όλοι κοιτούν να εκμεταλλευτούν συνέργειες εντός και μεταξύ του επιχειρηματικού και ακαδημαϊκού χώρου. Ομως, αυτό μάλλον καλό παρά κακό είναι, ειδικά για την Ελλάδα, καθότι μικρές εταιρείες σαν αυτές που υπάρχουν στο χώρο και θα μπορούσαν να δημιουργηθούν, εφόσον δικτυωθούν σωστά και εφόσον έχουν πρόσβαση στις κατάλληλες συνεργασίες, δεν θα είναι τόσο θνησιγενείς, όσο αρχικά μπορεί να φαντάζουν.

Δεν είναι όμως μόνο ότι οι συνεργασίες αυξάνουν, αλλά και η φύση των συνεργασιών αυτών αλλάζει σημαντικά. Για παράδειγμα, ανταγωνίστριες εταιρείες προβαίνουν σε συμπράξεις με κρατικούς οργανισμούς για την αντιμετώπιση προκλήσεων, όπως η πρόβλεψη αντενδείξεων, ενώ ασφαλιστικοί οργανισμοί συνεργάζονται με εταιρείες πληροφορικής για την ελαχιστοποίηση του κόστους και την εξεύρεση βέλτιστων ολοκληρωμένων υπηρεσιών υγείας. Η πρόσφατη συνεργασία της Wellpoint, μιας ασφαλιστικής εταιρείας ιατρικών υπηρεσιών, και της IBM είναι ένα από τα πρώτα δείγματα «καινοτόμων συνεργασιών» με σκοπό την εξεύρεση βέλτιστων θεραπειών που αναμένουμε να βιώσουμε στο μέλλον και που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πανίσχυρους νέους παίκτες στο υπό εκκόλαψη περιβάλλον.
Μία άλλη αργή αλλά σταθερή αλλαγή που συντελείται στο χώρο είναι και η άνοδος των εταιρειών γενοσήμων. Η ισραηλινή TEVA φιγουράρει πλέον στην πρώτη δεκάδα της παγκόσμιας κατάταξης των φαρμακευτικών εταιρειών, ενώ η αμερικανική Abbott έχει προχωρήσει στη δημιουργία νέου τμήματος (Established Products Division), αποκλειστικά εστιασμένου στην ανάπτυξη επώνυμων γενοσήμων (branded generics).

Τέλος, ένας χώρος που υπόσχεται να μειώσει σημαντικά το κόστος ανάπτυξης φαρμάκων και που βαίνει ανερχόμενος στο παρόν πλαίσιο είναι η επαναστόχευση φαρμάκων. Η επαναστόχευση φαρμάκων (δηλαδή η χρήση ενός φαρμάκου σε μία ασθένεια για την οποία δεν είχε αρχικά αναπτυχθεί) βασίζεται στην «έξυπνη» χρήση αυτή τη φορά υπάρχουσας επιστημονικής γνώσης, εξοικονομώντας σημαντικό χρόνο και κόστος σε σχέση με την κλασική μέθοδο ανάπτυξης φαρμάκων. Τα απαιτούμενα κεφάλαια είναι σημαντικά μικρότερα από ό,τι για μία κλασική επένδυση βιοτεχνολογίας, αφού η μη τοξικότητα του υπάρχοντος φαρμάκου είναι σχεδόν δεδομένη, και άρα αυτό που μένει να αποδειχθεί είναι η αποτελεσματικότητα στη νέα ασθένεια, αρχικά σε προκλινικά μοντέλα και κατόπιν με μικρής έκτασης “Proof of Concept” κλινικές δοκιμές. Επαναστοχευμένα φάρμακα μπορούν να εισέλθουν στα πρώτα στάδια των κλινικών δοκιμών με σχετικά μικρό κόστος, εάν, δε, τα φάρμακα αυτά απευθύνονται σε σπάνια νοσήματα, τυγχάνουν και επιπρόσθετων διευκολύνσεων.

Είναι πλέον φανερό ότι το νέο μοντέλο υπεργολαβιών, τα γενόσημα, η πρόβλεψη βιολογικών δεικτών, η εξατομικευμένη θεραπεία αλλά και η επαναστόχευση φαρμάκων διαμορφώνουν ένα υπό εκκόλαψη πλαίσιο που φαίνεται να μπορεί να πρωταγωνιστήσει στα επόμενα πέντε με δέκα έτη στο χώρο της υγείας. Το δε ενθαρρυντικό είναι ότι το πλαίσιο αυτό είναι απόλυτα συμβατό με τη μικρή αλλά σε μερικές περιπτώσεις πολύ δυναμική ελληνική βιομηχανία, προσφέροντας σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης, εξωστρέφειας και δημιουργίας θέσεων εργασίας υψηλής αξίας.

Για παράδειγμα, στο χώρο των γενοσήμων, εταιρείες όπως η Elpen, η Pharmathen, η Galenica και η Lavipharm, όχι μόνο εξάγουν αλλά και επενδύουν σε εσωτερική έρευνα και ανάπτυξη νέων προϊόντων, αποστασιοποιούμενες όλο και περισσότερο από ένα μοντέλο αποκλειστικά εμπορικής δραστηριότητας. Και στο χώρο της επαναστόχευσης φαρμάκων η Ελλάδα έχει παρουσία, με εταιρείες όπως η Biovista να είναι από τους πρωτοπόρους διεθνώς, ενώ εταιρείες όπως η Micrel διακρίνονται πανευρωπαϊκά στο χώρο των ιατρικών μηχανημάτων που θα μπορούσαν να έχουν κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη και διαχείριση εξατομικευμένων θεραπειών. Το δε ενθαρρυντικό είναι ότι πολλές από αυτές τις εταιρείες με την υποστήριξη και την ενεργό συμμετοχή του δικτύου «Πράξη» έχουν ήδη οργανωθεί σε συνεργατικό σχηματισμό, το Hellenic Bioluster (HBio), που από το 2004 υποστηρίζει τις συνεργασίες, τη δικτύωση και την προβολή των μελών του τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις ΗΠΑ.

Χρειάζεται, όμως, κάτι παραπάνω από ένα πολλά υποσχόμενο πλαίσιο και από ένα συνεργατικό σχηματισμό για την ανάπτυξη της βιοφαρμακευτικής βιομηχανίας στην Ελλάδα που λόγω μεγέθους στην παρούσα φάση είναι μάλλον κατακερματισμένη. Χρειάζεται ένα σχέδιο που θα λαμβάνει υπόψη του την υπάρχουσα επιστημονική και επιχειρηματική βάση της χώρας, υπαρκτές, επίκαιρες και σημαντικές ανάγκες (και άρα ευκαιρίες) στη διεθνή αγορά και πραγματικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που θα μπορούσαμε να έχουμε ως χώρα. Ολα δε αυτά θα πρέπει να «συνδέονται» μεταξύ τους στη βάση κάποιου «άξονα» ή «χώρου» στον υπό διαμόρφωση κλάδο της υγείας/βιοτεχνολογίας του 21ου αιώνα, ώστε να αντιμετωπιστεί ο κατακερματισμός της αγοράς και να δημιουργηθεί η απαραίτητη κρίσιμη μάζα που θα υποστηρίξει την εδραίωση της βιομηχανίας αυτής. Ο άξονας αυτός θα μπορούσε για την Ελλάδα να χαραχθεί γύρω από περιοχές που αποτελούν δυνατά σημεία των ελληνικών επιχειρήσεων: α) τις νέες φαρμακοτεχνικές μορφές, β) τα γενόσημα φάρμακα, και γ) τις εξατομικευμένες θεραπείες.

Ενας τέτοιος «εθνικός άξονας» θα αποτελούσε, επιπλέον, το «συνδετικό ιστό» πάνω στον οποίο θα μπορούσε να αναπτυχθεί η σχετική επιχειρηματικότητα από υπάρχουσες ακαδημαϊκές και επιχειρηματικές ομάδες. Συνδυαζόμενος, μάλιστα, με την ανάπτυξη του χώρου των κλινικών δοκιμών και των βιολογικών δεικτών, θα δημιουργούσε έναν ισχυρό πόλο με σημαντικό πλεονέκτημα την ευελιξία, το σχετικά χαμηλό κόστος, αλλά και τη γνωστή εφευρετικότητα των Ελλήνων. Ιδωμένος δε από τη σκοπιά του «αγοραστή ελληνικών υπηρεσιών», θα μπορούσε να υποστηρίξει την ανάπτυξη σωρείας σχετικών υπηρεσιών, όπως η κατοχύρωση της σχετικής πνευματικής ιδιοκτησίας (όπου αυτό χρειάζεται), η διεξαγωγή υποστηρικτικών πειραμάτων και κλινικών δοκιμών, αλλά και η ανάπτυξη νέων θεραπειών (για παράδειγμα, μέσα από την επαναστόχευση φαρμάκων). Η ιδέα αυτή ήδη συζητιέται στο πλαίσιο του HBio υπό τον τίτλο “Greek Drug 21” (GD21) με τα μέλη να είναι στην παρούσα φάση σε αναζήτηση οικονομικής υποστήριξης.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι αποφασίζουμε ως κράτος να επενδύσουμε στη βιοφαρμακευτική βιομηχανία. Πώς διαχειριζόμαστε και πώς μοιράζουμε τους λιγοστούς πόρους; Σίγουρα όχι όπως έχει γίνει στο παρελθόν. Αυτό που προέχει είναι τα «γρήγορα αποτελέσματα» και άρα θα πρέπει να ξεκινήσουμε με εκείνες τις εταιρείες και ομάδες που έχουν αποδείξει ότι είναι ισότιμοι συνομιλητές των λοιπών ευρωπαϊκών και αμερικανικών επιχειρήσεων και οργανισμών, με όσους έχουν εξαγωγική δραστηριότητα, με όσους έχουν πραγματικές συνεργασίες και με όσους πείθουν ότι μπορούν να «αυγατίσουν» τους λιγοστούς διαθέσιμους πόρους.

Προέχει να δώσουμε το βήμα σε όσους είναι μέσα στην αγορά και όχι μόνο «κοντά» σε αυτή, σε εκείνους που μπορούν μέσα από τις δραστηριότητες και τα υπάρχοντα δίκτυα πελατών τους να αποτελέσουν έναν επιπρόσθετο έμμεσο δίαυλο, μέσα από τον οποίο θα εξάγονται υπηρεσίες και προϊόντα άλλων εταιρειών που βρίσκονται σε πιο πρώιμο στάδιο ή που δεν έχουν μέχρι τώρα εξαγωγική δραστηριότητα.

Συνέργειες γύρω από υπάρχοντες και ζωντανούς επιχειρηματικούς πυρήνες μπορούν να επιταχύνουν τη διαδικασία, να δράσουν ως καταλύτες, μοχλεύοντας με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα τους -αναγκαστικά σε αυτή την περίοδο- περιορισμένους διαθέσιμους πόρους. Αν γίνει αυτό, οι σημαντικές προοπτικές μπορούν να μετουσιωθούν σε αποτελέσματα και να προσφέρουν σημαντική αναπτυξιακή δυναμική που τόσο χρειάζεται ο τόπος τώρα.