Ας αλλάξουμε το λεξιλόγιό μας στην πράξη

Του Βασίλη Κοντοζαμάνη

Η μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα από την McKinsey & Company με τίτλο «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά» επιχειρεί να προσδιορίσει το μοντέλο ανάπτυξης που θα πρέπει να ακολουθήσει η χώρα την επόμενη δεκαετία, στη βάση της ανταγωνιστικότητας, της παραγωγικότητας, της εξωστρέφειας και της τόνωσης των επενδύσεων και της απασχόλησης.

Η μελέτη αναφέρει ως αναδυόμενο υποσχόμενο κλάδο («αστέρα») της ελληνικής οικονομίας αυτόν της παραγωγής γενόσημων φαρμάκων (generics), αιτιολογώντας την επιλογή αυτή λόγω της ήδη εδραιωμένης βιομηχανικής παραγωγής, της αναμενόμενης ανάπτυξης της εγχώριας αγοράς και των επιτυχημένων εξαγωγικών δραστηριοτήτων του κλάδου.

Είναι, πράγματι, ελάχιστες οι φορές που σε μελέτη για τις προοπτικές ανάπτυξης της οικονομίας αντιμετωπίζεται το φάρμακο ως βασική δομή της και ως εργαλείο ανάπτυξης της χώρας. Είχαμε συνηθίσει πλέον στην υπερβολή σε χαρακτηρισμούς, όπως υπερκατανάλωση φαρμάκων, εκρηκτική αύξηση φαρμακευτικών δαπανών κλπ., η οποία τροφοδοτούσε την πολιτική αντέγκληση, χωρίς να γνωρίζουμε (και μάλλον χωρίς να θέλουμε να γνωρίζουμε) αν πράγματι υπάρχει υπερκατανάλωση ή υποκατανάλωση, καθώς και πόσο εκρηκτική ήταν η αύξηση της δαπάνης για φάρμακα σε σχέση με τις υπόλοιπες δαπάνες στο σύστημα υγείας. Αρεσκόμασταν να μιλάμε για αυξημένους ρυθμούς μεγέθυνσης της φαρμακευτικής αγοράς, χωρίς πρώτα να έχουμε αξιολογήσει αυτή την αύξηση σε σχέση με την οικονομική αποδοτικότητα και κλινική αποτελεσματικότητα του συστήματος, την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας και την ισοτιμία πρόσβασης των ασθενών. Και όλα αυτά, χωρίς να έχουμε συλλέξει και επεξεργαστεί σχετικά στοιχεία και δεδομένα. Χωρίς να έχουμε εκτιμήσει τις πραγματικές ανάγκες των πληθυσμιακών ομάδων για φαρμακευτική περίθαλψη.

Δυστυχώς, όλα αυτά τα χρόνια βλέπουμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος. Οι εξαγγελίες πολιτικών προώθησης των γενοσήμων γίνονται στο πλαίσιο μίας πολιτικής χαμηλών τιμών φαρμάκων. Αντίθετα, επιβάλλεται η προώθησή τους στο σύστημα υγείας, όχι επειδή είναι φτηνότερα, αλλά επειδή η χρήση τους εξοικονομεί πόρους οι οποίοι μπορούν να ανακατευθυνθούν στη χρηματοδότηση καινοτόμων θεραπειών.

Ως γνωστό, το φάρμακο είναι κοινωνικό αγαθό και καταναλωτικό προϊόν. Ο σωστός συνδυασμός της πολιτικής υγείας με την αναπτυξιακή πολιτική μπορεί να προσφέρει στη χώρα το κατάλληλο μείγμα, ώστε η ελληνική φαρμακοβιομηχανία να συμβάλει στην οικονομία της γνώσης μέσω της έρευνας και ανάπτυξης προϊόντων. Επιπλέον, θα συνεισφέρει στην ανάπτυξη, απασχόληση και οικονομική βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Από την άλλη πλευρά, το κράτος, χρησιμοποιώντας το φάρμακο ως εργαλείο σχεδιασμού και υλοποίησης δράσεων στο χώρο της υγείας, θα καταφέρει να βελτιώσει την αποδοτική χρήση των πόρων και τις υγειονομικές εκροές.

Πυλώνας αυτού του μείγματος πολιτικής είναι η ελληνική φαρμακοβιομηχανία. Με 60 και πλέον μονάδες παραγωγής, προσφέρει στην ελληνική κοινωνία -και όχι μόνο- φαρμακευτικά προϊόντα προστιθέμενης θεραπευτικής αξίας, τα οποία πληρούν τα πιο αυστηρά κριτήρια ποιότητας και ασφάλειας που προβλέπονται από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η επενδυτική δραστηριότητα του κλάδου αποτελεί το 45% της χημικής βιομηχανίας στη χώρα, ενώ ο Δείκτης Επιχειρηματικής Εμπιστοσύνης (Business Confidence Index) είναι υψηλότερος από τον αντίστοιχο του συνόλου της βιομηχανίας της χώρας. Η εξωστρέφεια της βιομηχανίας καταδεικνύεται από τις εξαγωγές που πραγματοποιεί σε περισσότερες από 60 χώρες, με μεγάλη εμπειρία που την καθιστά ανταγωνιστική στον τομέα της παραγωγής κατ’ ανάθεση (contract manufacturing) και της έρευνας και ανάπτυξης προϊόντων (research and development). Παράγοντας ενίσχυσης της εξωστρέφειας και ανταγωνιστικότητας της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας αποτελεί η παρουσία και ο ρόλος του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, ο οποίος διαθέτει εγνωσμένο κύρος τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Η Ελλάδα είναι αντιμέτωπη με σημαντικές προκλήσεις στον τομέα της υγείας για τα επόμενα χρόνια, με αποτέλεσμα να υπάρχει η ανάγκη για ουσιαστικές και δομικές μεταρρυθμίσεις. Ο εξορθολογισμός της φαρμακευτικής δαπάνης περνάει μέσα από την προώθηση των γενόσημων φαρμάκων, την ολοκλήρωση της μηχανοργάνωσης, καθώς και την ηλεκτρονική παρακολούθηση του συστήματος διακίνησης φαρμάκων στην αγορά. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί, για μία ακόμη φορά, ότι το έργο της συνολικής μηχανοργάνωσης του τομέα της υγείας, έργο κατ’ εξοχήν ασφαλιστικό και όχι έργο πληροφορικής, πρέπει να υλοποιηθεί άμεσα. Οποιαδήποτε καθυστέρηση είναι σε βάρος της προστασίας της δημόσιας υγείας και των οικονομικών της. Tα ασφαλιστικά ταμεία δεν κινδυνεύουν από τη φαρμακευτική δαπάνη, αλλά από τη διαχειριστική τους αδυναμία και την έλλειψη υποδομών πληροφορικής και επικοινωνιών.

Η συγκυρία είναι μοναδική. Μας δίνεται η ευκαιρία να αλλάξουμε το αποτυχημένο υπόδειγμα που μέχρι σήμερα έχουμε εφαρμόσει στην υγεία. Η συζήτηση για τα φάρμακα πρέπει να σταματήσει να εξαντλείται στα χρέη των νοσοκομείων, στις τιμές και στη λίστα φαρμάκων. Το νέο μοντέλο ανάπτυξης πρέπει να περιέχει τις λέξεις καινοτομία, κόστος-αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα, προστιθέμενη αξία, ποιότητα υπηρεσιών υγείας, συνέργεια και συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων. Ας μην χάσουμε την ευκαιρία. Ας αλλάξουμε το λεξιλόγιό μας στην πράξη.