Η πολιτική για το φάρμακο και οι επιπτώσεις της

Του Mάρκου Ολλανδέζου

Οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις και ο σχηματισμός της νέας κυβέρνησης συνεργασίας δεν φαίνεται ότι θα επηρεάσουν την ακολουθούμενη πολιτική των τελευταίων μηνών σε σχέση με το φάρμακο. Μία πολιτική μείωσης της φαρμακευτικής δαπάνης, σύμφωνα με τους ποσοτικούς στόχους που προβλέπονται στο Μνημόνιο, μία πολιτική που προς το παρόν εστιάζει μονομερώς στον έλεγχο των τιμών, με βίαια μέτρα που, δυστυχώς, πόρρω απέχουν από το να θεωρούνται στοιχεία ενός πλαισίου μιας εθνικής φαρμακευτικής πολιτικής.

Παρόλο που το βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα των μέτρων που μέχρι σήμερα έχουν εφαρμοστεί κρίνεται σε γενικές γραμμές επιτυχές, τουλάχιστον ως προς τη μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης, εντούτοις η μεσοπρόθεσμη επίπτωση των μέτρων τόσο στη φαρμακευτική δαπάνη, όσο και στη διασφάλιση της πρόσβασης των ασθενών σε ποιοτικές και ασφαλείς φαρμακευτικές θεραπείες αποτελούν ερωτήματα που περιμένουν να απαντηθούν. Αυτό πάντως που αποτελεί αναμφίβολη πραγματικότητα είναι το σημαντικό βλαπτικό αποτέλεσμα των εν λόγω μέτρων για την εγχώρια φαρμακοβιομηχανία, αφού οι μέχρι σήμερα ανατιμολογήσεις έχουν οδηγήσει σε υπερβολικές και άδικες μειώσεις για τα ελληνικά, επώνυμα γενόσημα φάρμακα.

Σε ό,τι, δε, αφορά στην προμήθεια φαρμάκων στα νοσοκομεία με βάση τη δραστική ουσία και με μόνο κριτήριο τη χαμηλότερη τιμή, θα πρέπει κανείς να παραδεχθεί την επίτευξη σημαντικής εξοικονόμησης. Ομως, θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι διαγωνισμοί βρίσκουν πεδίο εφαρμογής μόνο στο τμήμα εκείνο της νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης που αφορά στα εκτός πατέντας φάρμακα και τα γενόσημά τους, δηλαδή στην «απροστάτευτη αγορά» που ισοδυναμεί με το ένα τρίτο της δαπάνης, αφήνοντας στο απυρόβλητο το μεγαλύτερο τμήμα (δύο τρίτα) της δαπάνης που προκαλείται από τα πρωτότυπα προστατευμένα με πατέντα φάρμακα. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι διαγωνισμοί, στρέφοντας μονομερώς το ενδιαφέρον στην απροστάτευτη αγορά, ευνοούν τα ακριβά πρωτότυπα φάρμακα. Παράλληλα, πολλοί προμηθευτές (και εγχώριοι) προσφέρουν εξαιρετικά χαμηλές τιμές -ακόμη και κάτω από το κόστος-, προσδοκώντας είτε την πάση θυσία παραμονή τους στην αγορά είτε τη δημιουργία αναχώματος στον εισαγόμενο ανταγωνισμό μέσω ενός εκπτωτικού «μπρα ντε φερ».

Το υπουργείο πανηγυρίζει. Κανείς, όμως, δεν μιλά για τις δραματικές επιπτώσεις αυτού του εκπτωτικού κανιβαλισμού, την εξουδετέρωση του υγιούς ανταγωνισμού, την υπονόμευση της βιωσιμότητας των εγχώριων παραγωγικών μονάδων. Η απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας, η αναστολή των επενδύσεων, ο μηδενισμός της εγχώριας προστιθέμενης αξίας και η απώλεια εσόδων για το κράτος από φόρους, ΦΠΑ και εργοδοτικές εισφορές, υπερβαίνουν σαφώς το όφελος της όποιας «εκκωφαντικής» εξοικονόμησης.
Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία αποτελεί ένα ζωτικό κλάδο της ελληνικής οικονομίας. Οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες διατηρούν παραγωγικές μονάδες στην Ελλάδα στις οποίες αναπτύσσουν και παράγουν επώνυμα γενόσημα φάρμακα (branded generics), με πρότυπες διαδικασίες ποιότητας και ασφάλειας. Η πολιτεία δεν μπορεί να αγνοεί έναν αναπτυξιακό κλάδο με τεράστια προστιθέμενη αξία σε σχέση με την πενιχρή συμμετοχή του στη διαμόρφωση της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης -μόλις 16%! Δεν μπορεί να αγνοείται ένας κλάδος που τα τελευταία χρόνια τολμά να οραματίζεται, επενδύοντας σε νέες παραγωγικές μονάδες, δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας, εξάγοντας σε πάνω από 60 χώρες, συμμετέχοντας σε πάνω από 80 ερευνητικά προγράμματα, αναπτύσσοντας και αξιοποιώντας εμπορικά σημαντική ελληνική τεχνογνωσία. Δεν μπορεί να αγνοείται η δυνατότητά μας να αναχαιτίσουμε το σοβαρό έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο των φαρμάκων που αναλογεί σε τρία δισ. ευρώ κάθε χρόνο.

Η ενίσχυση της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας είναι σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά αναγκαία. Οι προτάσεις που εδώ και καιρό έχουμε θέσει υπόψη της πολιτείας, με στόχο τον έλεγχο της δαπάνης με την παράλληλη διασφάλιση της πρόσβασης των ασθενών σε όλες τις απαραίτητες φαρμακευτικές θεραπείες, δεν περιέχουν τίποτε το καινοφανές, αντιθέτως προτείνουμε το αυτονόητο. Χρειαζόμαστε σταθερή φαρμακευτική πολιτική σε ικανό βάθος χρόνου, στο πλαίσιο της οποίας θα αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά η υποκατάσταση, με κλειστούς προϋπολογισμούς, τιμές αναφοράς και rebate για όλα τα φάρμακα, και συμφωνίες τιμής/όγκου, όπου αυτό είναι δυνατό. Χρειαζόμαστε ένα σύστημα ουσιαστικών κινήτρων σε γιατρούς, φαρμακοποιούς και ασθενείς για τη χρήση των επώνυμων γενόσημων φαρμάκων, χρειαζόμαστε ένα δυνατό ΕΟΦ, σύμμαχο στη σημαντική αναπτυξιακή προσπάθειά μας. Θα πρέπει, επιτέλους, κάποτε να αντιληφθούμε ότι η ύπαρξη ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας συνεπάγεται μία σειρά από θετικές εξωτερικότητες για την απασχόληση, την ανταγωνιστικότητα, την εθνική οικονομία.