Η σημασία της έρευνας στην ανάπτυξη

Του Nίκου Μανιαδάκη

Tο φάρμακο αποτελεί βασικό μοχλό οικονομικής ανάπτυξης για πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και για την Ευρώπη στο σύνολό της, καθότι αποτελεί τον κορυφαίο τομέα δημιουργίας εμπορικού πλεονάσματος. Η έμμεση επίπτωση του φαρμάκου στην οικονομική ανάπτυξη σχετίζεται με τη συμβολή του στη βελτίωση των δεικτών υγείας και της ποιότητας ζωής του πληθυσμού και συνεπακόλουθα στην αύξηση του παραγόμενου προϊόντος, καθώς επίσης και στην υποκατάσταση ακριβότερων συντελεστών παραγωγής υπηρεσιών υγείας. Η άμεση επίπτωσή του στην οικονομική ανάπτυξη σχετίζεται με τα οικονομικά του συγκεκριμένου κλάδου, ο οποίος στην ΕΕ το 2008 απασχολούσε περίπου 650.000 εργαζομένους. Είναι αξιοσημείωτο ότι, την άνω χρονιά, εξήχθησαν από την ΕΕ φάρμακα αξίας 230 δισ. ευρώ, δημιουργώντας εμπορικό πλεόνασμα αξίας 52 δισ. ευρώ, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Ενώσεων Φαρμακοβιομηχανιών (European Federation of Pharmaceutical Industrial Associations). Την ίδια περίοδο, η συνολική απασχόληση στον τομέα της φαρμακευτικής έρευνας και ανάπτυξης έφτασε τις 117.000 και η αντίστοιχη δαπάνη στα 27 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 20% του συνόλου των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη και στο 16% των πωλήσεων της συγκεκριμένης βιομηχανίας, γεγονός που την κατατάσσει στην κορυφαία θέση στον τομέα της έρευνας.

Η χώρα μας, δυστυχώς, κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ αναφορικά με τη δαπάνη για φαρμακευτική έρευνα και ανάπτυξη, και στο πλαίσιο αυτό όσα αναφέρονται παραπάνω θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη στην άσκηση υγειονομικής και οικονομικής πολιτικής, καθώς δύναται ο φαρμακευτικός κλάδος να αποτελέσει ένα σημαντικό μοχλό οικονομικής ανάπτυξης σε μία δύσκολη οικονομική συγκυρία. Πέρα από τις αυτονόητες άμεσες επιπτώσεις στην παραγωγή, την απασχόληση και την εξαγωγική δραστηριότητα, η προαγωγή της φαρμακευτικής έρευνας και ανάπτυξης σχετίζεται με πολλές έμμεσες θετικές επιπτώσεις. Συγκεκριμένα, έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά ότι στο πλαίσιο της σχετικής έρευνας οι ασθενείς πολλές φορές αποκτούν πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες, που δεν είναι εύκολα διαθέσιμες, χωρίς το σύστημα υγείας και ασφάλισης να επωμίζεται κάποιο κόστος. Επίσης, ανεξάρτητα από το εάν καλύπτεται ή όχι το κόστος του φαρμάκου, έρευνες υποστηρίζουν ότι σε πολλές περιπτώσεις ασθενείς που νοσηλεύονται στο πλαίσιο κλινικών μελετών έχουν χαμηλότερο κόστος νοσηλείας. Επιπλέον, πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι οι ασθενείς που συμμετέχουν σε κλινικές μελέτες έχουν καλύτερη πρόγνωση και κλινικά αποτελέσματα. Συνεπώς, οι κλινικές μελέτες συμβάλλουν έμμεσα στην οικονομική ανάπτυξη.

Τα παραπάνω προϋποθέτουν ένα υγιές και παραγωγικό υγειονομικό και οικονομικό περιβάλλον. Επομένως, θα πρέπει να θεσμοθετηθούν κίνητρα με στόχο την προώθηση των επενδύσεων στην έρευνα, την κατοχύρωση, την παραγωγή και την εξαγωγή φαρμακευτικών προϊόντων. Παράλληλα, πρέπει να βελτιωθεί η διασύνδεση μεταξύ των ακαδημαϊκών και ερευνητικών φορέων και των επιχειρήσεων του κλάδου και να αυξηθεί η κρατική συμμετοχή -που είναι από τις χαμηλότερες στην ΕΕ- στη χρηματοδότηση της έρευνας. Επίσης, πρέπει να καταβληθεί ουσιαστική προσπάθεια για την εξάλειψη της γραφειοκρατίας και τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου διεξαγωγής της φαρμακευτικής έρευνας. Τέλος, παράλληλα με τα μέτρα αναπτυξιακής μορφής, έμμεσος αλλά σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη της φαρμακευτικής έρευνας είναι η φερεγγυότητα και ο τρόπος λειτουργίας του ελληνικού υγειονομικού και ασφαλιστικού συστήματος και της αγοράς φαρμάκου. Η βιομηχανία επενδύει πόρους μόνο σε υγιείς αγορές με γόνιμο, σταθερό και αναπτυξιακό περιβάλλον.