Οι επενδύσεις στην αγορά του φαρμάκου

Του Βασίλειου Κάτσου

Bρισκόμαστε σε μία δύσκολη περίοδο, στην οποία η χώρα μας δίνει μία κρίσιμη μάχη σε μια προσπάθεια εξόδου από την οικονομική κρίση. Μία κρίση η οποία ταλανίζει τη χώρα μας τόσο στον οικονομικό τομέα, όσο και στις αξίες και τους θεσμούς μας. Ακριβώς για αυτόν το λόγο η συζήτηση που αφορά στο χώρο του φαρμάκου και της υγείας γενικότερα είναι άκρως επίκαιρη, καθώς πέρα από τα επώδυνα μέτρα που έχει λάβει το κράτος, με στόχο την τιθάσευση και τη μείωση του ελλείμματος τόσο της κυβέρνησης συνολικά, όσο και των ασφαλιστικών ταμείων, πρέπει όλοι να δούμε με προσοχή την επόμενη ημέρα και το πώς θα μπορέσουμε και πάλι να εισέλθουμε σε μία αναπτυξιακή τροχιά.

Διαχρονικά, η πολιτεία έχει αποτύχει να θεσμοθετήσει μία ενιαία στρατηγική στο χώρο της υγείας και βάσει αυτής να επιχειρήσει ριζικές τομές εξορθολογισμού. Οι έως τώρα εφαρμοζόμενες πολιτικές εξαντλούνται μόνο με τη μορφή τιμολογιακών παρεμβάσεων. Αυτές, όμως, συνιστούν πρόσκαιρες και ευκαιριακές παρεμβάσεις που δεν αγγίζουν τα χρόνια προβλήματα, αλλά ούτε και δίνουν τη δυνατότητα αξιοποίησης ενός τεράστιου εθνικού κεφαλαίου, όπως είναι αυτό της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας. Ας αναλογιστούμε ότι η χώρα μας είναι σήμερα από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες που διατηρούν εθνικές φαρμακοβιομηχανίες. Πιστεύουμε ότι ο φαρμακευτικός κλάδος είναι ένας από αυτούς που μπορούν να γίνουν «σημαία» της ελληνικής εξωστρέφειας. Είναι, άλλωστε, ένας κλάδος που έχει αποδείξει ότι μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό πυλώνα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Αυτό, όμως, δεν είναι δυνατό να γίνει, όταν το ελληνικό κράτος συνεχίζει να οφείλει σημαντικά ποσά στις ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες τόσο από τα χρέη των νοσοκομείων, όσο και από την επιστροφή του ΦΠΑ (στις εξαγωγικές επιχειρήσεις), αλλά και κονδύλια από αναπτυξιακούς νόμους. Αρα, τα επόμενα δύο χρόνια θα είναι καθοριστικά για τη βιωσιμότητα της εγχώριας φαρμακοβιομηχανίας, και ανάλογα με τις κρατικές επιλογές θα εξαρτηθεί αν θα δοθεί στην ελληνική φαρμακοβιομηχανία η δυνατότητα να καταστεί ο πυλώνας ανάπτυξης που θα έπρεπε να είναι. Αντιθέτως, είμαστε πεπεισμένοι ότι η έως τώρα κρατική αντιμετώπιση οδηγεί στην περαιτέρω αποβιομηχάνιση της χώρας, αλλά και στην απώλεια πόρων και θέσεων εργασίας.

Αυτό που χρειάζεται η χώρα και η ελληνική οικονομία άμεσα είναι οι τρεις βασικές αρχές: επενδύσεις-έρευνα-εξαγωγές, οι οποίες είναι αλληλένδετες με την ανάπτυξη και την πρόοδο. Διότι είναι αδύνατο να υπάρξει εξωστρέφεια χωρίς ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες. Είναι αδύνατο να υπάρξει ανταγωνιστικότητα σε διεθνές επίπεδο χωρίς στοιχεία καινοτομίας και έρευνας. Και τέλος, είναι αδύνατο να παραχθεί έρευνα και καινοτομία χωρίς σημαντικές επενδύσεις στον τομέα αυτό. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, επειγόντως τομές στη διάρθρωση, τη λειτουργία και τη νοοτροπία μας, αλλά επίσης και ισχυρά κίνητρα προς τις επιχειρήσεις, ώστε να μπορέσουμε να κάνουμε βήματα μπροστά και να ξεφύγουμε από τον επικίνδυνο φαύλο κύκλο στον οποίο έχουμε βρεθεί.

Η περίπτωση της Pharmathen αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο πώς χτίζοντας πάνω στις αρχές έρευνα-εξαγωγές-επενδύσεις μπορεί μία επιχείρηση όχι μόνο να ξεφύγει από τα στενά όρια της χώρας και να είναι ανταγωνιστική, αλλά και να πρωταγωνιστεί στις διεθνείς αγορές. Η Pharmathen σήμερα έχει πλέον αναδειχθεί ως ο μεγαλύτερος ιδιωτικός ερευνητικός φορέας της χώρας μας και μία από τις σημαντικότερες ερευνητικές φαρμακοβιομηχανίες στην Ευρώπη. Με αυτή τη βάση έχει κατορθώσει οι εξαγωγές της να αποτελούν πλέον πάνω από το 75% του κύκλου εργασιών της, με σημαντική παρουσία στην ΕΕ, την Αμερική, στον Καναδά και συνολικά σε περισσότερες από 80 χώρες διεθνώς, ενώ η εταιρεία κατατάσσεται στην 31η θέση ανάμεσα σε 4.500 στην ΕΕ αναφορικά με τις επενδύσεις στην έρευνα, σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής “The 2011 EU Industrial R&D Investment Scoreboard”. Αν η περίπτωση της Pharmathen, λοιπόν, έχει να αποδείξει κάτι, αυτό είναι ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν. Μπορούν να είναι ανταγωνιστικές, μπορούν να ξεχωρίσουν, μπορούν να πρωταγωνιστήσουν στις διεθνείς αγορές γενικότερα.