Ο αναδυόμενος αστέρας των γενοσήμων

Μία περίληψη της έκθεσης της McKinsey για λογαριασμό του ΣΕΒ «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά»

Η πρόσφατη κρίση χρέους οδήγησε στην υιοθέτηση πολλών μέτρων λιτότητας, αξίας πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη νομοθετήσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση της εργασιακής ευελιξίας, του εξορθολογισμού των δαπανών του δημόσιου τομέα και της απελευθέρωσης των αγορών. Παράλληλα, όμως, με τη δημοσιονομική προσαρμογή, απαιτείται η Ελλάδα να επιτύχει οικονομική ανάπτυξη. Η εφαρμογή του δημοσιονομικού προγράμματος πρέπει να συνοδευτεί από το σχεδιασμό και την εφαρμογή ενός μακροπρόθεσμου/βιώσιμου νέου μοντέλου ανάπτυξης της Ελλάδας.

Η μελέτη «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά» επιδιώκει να καλύψει αυτό το κενό. Προτείνει την υιοθέτηση ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης της Ελλάδας, που μπορεί να δημιουργήσει 49 δισ. ευρώ σε ετήσια Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία 1 (55 δισ. ευρώ σε όρους ΑΕΠ) και 520.000 νέες θέσεις εργασίας εντός δέκα ετών σε μόλις πέντε μεγάλους κλάδους και οκτώ αναδυόμενους υποκλάδους της οικονομίας.
Ενας από τους πολλά υποσχόμενους «αστέρες» -εξειδικευμένοι υποκλάδοι οικονομικής δραστηριότητας, στους οποίους η Ελλάδα κατέχει σχετικό συγκριτικό πλεονέκτημα- είναι και τα γενόσημα φάρμακα. Σύμφωνα με την έρευνα, θα μπορούσε να προχωρήσει η σταδιακή απελευθέρωση των αγορών με στόχο την ανάπτυξη, ιδιαίτερα σε τομείς όπου υπάρχει είτε η τεχνογνωσία είτε η δυνατότητα να δημιουργηθούν μεγαλύτερες παραγωγικές μονάδες.

Η δυσχερής δημοσιονομική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, αλλά και η δέσμευση της κυβέρνησης για την αύξηση της χαμηλής σήμερα διείσδυσης των γενόσημων φαρμάκων (μόνο 32% των πωλήσεων φαρμάκων εκτός πατέντας, σε σχέση με άνω του 60% σε Γερμανία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο) υποδεικνύουν πιθανώς ευνοϊκές συνθήκες για την τοπική αγορά γενόσημων φαρμάκων, η οποία, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να αυξήσει το μέγεθός της (από εγχώριες πωλήσεις και εξαγωγές), από περίπου 1,2 δισ. ευρώ το 2010 σε 2,2 δισ. ευρώ το 2021.

Η προοπτική αυτή αποτελεί ένα σημαντικό «παράθυρο ευκαιρίας» για την εγχώρια βιομηχανία, η οποία θα μπορούσε να αξιοποιήσει το επερχόμενο κύμα ανάπτυξης (εντός Ελλάδας, αλλά και σε γειτονικές αγορές) και να κινηθεί προς τη δημιουργία «εθνικών πρωταθλητών» στην παραγωγή γενοσήμων. Μία τέτοια εξέλιξη θα συνεισφέρει σημαντικά στην αύξηση της προστιθέμενης αξίας και της απασχόλησης στον κλάδο, αλλά και στην ευρύτερη ελληνική οικονομία.

Οι κύριες δράσεις, οι οποίες θα επέτρεπαν στην εγχώρια βιομηχανία να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες ανάπτυξης του κλάδου, ομαδοποιούνται σε τέσσερις στρατηγικές κατηγορίες:

  • Βελτίωση της ελκυστικότητας και αύξηση της διείσδυσης των γενόσημων φαρμάκων. Ο κλάδος θα μπορούσε να ωφεληθεί σημαντικά από μία συστηματική εκστρατεία ενημέρωσης, η οποία θα παρέχει εγγυήσεις ποιότητας και θα τονίζει τις θετικές συνέπειες της χρήσης γενοσήμων. Παράλληλα, η πολιτεία μπορεί να αναπτύξει μία συνολική στρατηγική ανάπτυξης των γενοσήμων, που να περιλαμβάνει τη λεπτομερή καταγραφή των απαιτούμενων κινήτρων για τους εμπλεκομένους, πχ. γιατρούς, φαρμακοποιούς, ασφαλιστικά ταμεία, αλλά και ασθενείς (μέσω της καθιέρωσης περιθωρίου κέρδους σε απόλυτη τιμή για το φαρμακοποιό, και μοντέλο συγχρηματοδότησης για τους ασθενείς). Είναι αναγκαίος ο ανασχεδιασμός της δομής πωλήσεων των εταιρειών, τόσο για τη μείωση του σχετικού κόστους, όσο και για την καλύτερη προσέγγιση των φορέων που επηρεάζουν τις αποφάσεις στη συνταγογράφηση, καθώς και για την αποτελεσματικότερη ανταπόκριση στις νέες διαδικασίες προμηθειών φαρμάκων από τα νοσοκομεία και τα ταμεία. Επιπλέον, είναι σημαντικός ο ρόλος της πολιτείας στον καθορισμό ενός σχεδίου για τη σταδιακή μείωση των τιμών των γενοσήμων (σε αντίθεση με πρόωρες «απότομες» μειώσεις), με στόχο αφενός την ώθηση της αγοράς γενοσήμων και την άσκηση πίεσης στον κλάδο για λειτουργικές βελτιώσεις και μείωση κόστους, και αφετέρου την παροχή επαρκούς χρόνου για την προσαρμογή και περαιτέρω «συγκέντρωση» των εταιρειών του κλάδου. Σχετικές δράσεις θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την άρση πιθανών ρυθμιστικών και νομικών εμποδίων -σχετικών με τις διαδικασίες έγκρισης γενοσήμων και βιοϊσοδύναμων- για τη μείωση του κόστους και του απαιτούμενου χρόνου έγκρισης νέων προϊόντων, καθώς και την παροχή εγγυήσεων ποιότητας (μέσω πιστοποιήσεων) σε γιατρούς και ασθενείς.
  • Βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μέσω κλίμακας, εστίασης και καινοτομίας. Η εγχώρια βιομηχανία απαιτεί σημαντική συγκέντρωση παραγωγικής δυναμικότητας, ώστε να αποκτήσει την κλίμακα και την αποδοτικότητα που απαιτείται σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον και να μπορέσει να αντεπεξέλθει αποτελεσματικά στο διεθνή ανταγωνισμό. Επιπλέον, ο κλάδος απαιτείται να εστιάσει στις κατάλληλες υποκατηγορίες προϊόντων και σε υψηλής προστιθέμενης αξίας έρευνα και ανάπτυξη, να συγκεντρώσει τα σχετικά εξειδικευμένα στελέχη και να επιδιώξει την καινοτομία, σε νέες συσκευές ή συνδυασμούς φαρμάκων. Η πολιτεία θα μπορούσε να διευκολύνει τέτοιες κινήσεις, μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων για επενδύσεις σε παραγωγικές μονάδες, έρευνα και ανάπτυξη, και εξαγωγική δραστηριότητα, με παράλληλη εντατικοποίηση των μηχανισμών ελέγχου ποιότητας για τη βελτίωση ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων.
  • Διείσδυση σε υποσχόμενες αγορές του εξωτερικού. Οι ελληνικές εταιρείες γενοσήμων θα μπορούσαν να επεκτείνουν περαιτέρω τις διεθνείς δραστηριότητές τους, τόσο σε γειτονικές αγορές, όσο και σε άλλες επιλεγμένες αγορές, όπου υπάρχουν συγκριμένες ευκαιρίες (Βαλκάνια, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Γαλλία, Ρωσία). Μία τέτοια στρατηγική θα βοηθούσε τις εταιρείες να διασφαλίσουν και να αυξήσουν τα έσοδά τους, με παράλληλη αύξηση της κλίμακας και καλύτερη αξιοποίηση της παραγωγικής τους δυναμικότητας. Ταυτόχρονα, θα συνεισέφερε σε σημαντικό βαθμό στη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων τους. Ενώ ένα μέρος αυτής της μεγέθυνσης μπορεί να προέλθει μέσω οργανικής ανάπτυξης, η επίτευξη της απαιτούμενης κλίμακας και η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές μπορεί να απαιτήσει συγκεκριμένο σχέδιο στοχευμένων εξαγορών και συγχωνεύσεων.
  • Διασφάλιση πρόσβασης σε εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης. Οι περισσότερες από τις δράσεις που περιγράφονται παραπάνω θα απαιτήσουν σημαντικά πρόσθετα κεφάλαια, τα οποία απουσιάζουν σήμερα από τον κλάδο, δεδομένης της δυσκολίας εξασφάλισης τραπεζικού δανεισμού, αλλά και των υφιστάμενων χρεών προς τις φαρμακευτικές εταιρείες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι ελληνικές εταιρείες θα πρέπει να στοχεύσουν σε χρηματοδότηση μέσω ιδιωτικών κεφαλαίων, -Private Equity ή Venture Capital. Την ίδια στιγμή, η πολιτεία μπορεί να επανεξετάσει τη δυνατότητα διευθέτησης των εκκρεμών χρεών μέσω συμψηφισμού του ΦΠΑ ή άλλων πληρωμών, με σκοπό την -κατά το δυνατόν- ενίσχυση της ρευστότητας των εταιρειών και τη μείωση του κόστους χρηματοδότησης και κεφαλαίου κίνησης.