Προς ένα αποτελεσματικό σύστημα τιμολόγησης και αποζημίωσης

Του Γεωργίου Κατζουράκη

Στον εξορθολογισμό των δαπανών υγείας, η συνεισφορά του φαρμάκου αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής μείωσης. Συγκεκριμένα, το φάρμακο έχει συμβάλει με μία μείωση της τάξης του 1,5 δισ. ευρώ (πάνω από 0,5% του ΑΕΠ) μέσα σε δύο χρόνια, αγγίζοντας τα 3,6 δισ. ευρώ (σύμφωνα με τελευταίες εκτιμήσεις), από 5,1 δισ. ευρώ το 2009. Στόχος του Μνημονίου είναι να μειωθεί η φαρμακευτική δαπάνη στα 2,8 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2012, επιβάλλοντας μία επιπλέον μείωση της τάξης των 800 εκατ. ευρώ.

Ωστόσο, ο κλάδος των φαρμακευτικών επιχειρήσεων με ιδία έρευνα και ανάπτυξη έχει συνεισφέρει δυσανάλογα περισσότερο στην εξοικονόμηση πόρων σε σχέση με άλλους κλάδους στο χώρο του φαρμάκου, θέτοντας σε κίνδυνο την πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες και νέες θεραπείες. Οι σωστές μεταρρυθμίσεις πρέπει να εμπεριέχουν δομικές αλλαγές στην τιμολόγηση, προκειμένου να προκύψει εξοικονόμηση και από τα off-patent και γενόσημα φάρμακα, να αυξηθεί το μερίδιο αγοράς των γενόσημων φαρμάκων, προκειμένου να διατηρηθεί η χρηματοδότηση της καινοτομίας και η απρόσκοπτη πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες.

Το σύστημα τιμολόγησης πρέπει να ανταμείβει την καινοτομία, ώστε να μπορεί η φαρμακοβιομηχανία -βασιζόμενη στην έρευνα και ανάπτυξη- να συνεχίσει να επενδύει σε νέες θεραπείες, ενώ ταυτόχρονα να εξοικονομεί πόρους από τα παλαιά φάρμακα και τα γενόσημα, ενθαρρύνοντας τον ανταγωνισμό και τη σταδιακή μείωση τιμών αυτών των φαρμάκων.

Αμεσα και ως μεταβατικό στάδιο, προτείνουμε την πλήρη εφαρμογή του άρθρου 14 με εναρμόνιση των τιμών στις τρεις χαμηλότερες. Αναφορικά με τα γενόσημα, πρέπει να εφαρμοστεί η δέσμευση του Μνημονίου 4, δηλαδή η τιμή των γενοσήμων να ορίζεται στο 60% της εκάστοτε τιμής του πρωτοτύπου.
Σε δεύτερη φάση, απαραίτητη είναι η δομική αλλαγή του συστήματος τιμολόγησης, στο οποίο θα υπάρχουν λιγότερες χώρες αναφοράς, οι οποίες να δημοσιεύουν τιμές σε ευρώ, έτσι ώστε να αποφεύγεται το πρόβλημα των ισοτιμιών, να δημοσιεύουν τιμές ex-factory, οι οποίες να είναι συγκρίσιμες, και επιπλέον να έχουν αντίστοιχα συστήματα referencing που αντικατοπτρίζουν τις χαμηλότερες τιμές της Ευρώπης και να διασφαλίζουν την έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών στα νέα φάρμακα.

Αγνοώντας μελέτες που είχαν αποδείξει την αποτυχία της θετικής λίστας φαρμάκων, η κυβέρνηση προχώρησε στην υλοποίηση ενός τεράστιου επιστημονικού πονήματος από τον ΕΟΦ. Ωστόσο, η θετική λίστα μπορεί να λειτουργήσει, εφόσον γίνουν σημαντικές τροποποιήσεις κριτηρίων, όπως η ταξινόμηση των δραστικών ουσιών σε θεραπευτικές κατηγορίες, σύμφωνα με το σύστημα ATC του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Ειδικότερα, η ομαδοποίηση των φαρμάκων σε θεραπευτικές κατηγορίες να γίνεται κατά βάση στο πέμπτο επίπεδο του συστήματος ATC ανά ομάδα φαρμακοτεχνικών μορφών. Για δραστικές ουσίες που ανήκουν στην ίδια χημική κατηγορία και έχουν το ίδιο πεδίο θεραπευτικής ένδειξης, μπορεί να γίνεται ομαδοποίηση σε ευρύτερη θεραπευτική κατηγορία.

Η αρνητική λίστα, η οποία δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2011, είναι ένα μέτρο εξοικονόμησης, το οποίο ωστόσο δεν έχει λειτουργήσει στο μέγιστο βαθμό, καθώς δεν ανανεώνεται μετά την έκδοση κάθε δελτίου τιμών. Η μη ανανέωση της λίστας έχει ήδη προκαλέσει αύξηση της δαπάνης, καθώς οι γιατροί συνταγογραφούν νέα σκευάσματα, για τα οποία συνεχίζουν να αποζημιώνονται.

Οι οικονομικές πιέσεις που υφίσταται η χώρα μας συνολικά, όσο και στο χώρο της υγείας, είναι ξεκάθαρες, ωστόσο πρέπει να προωθηθούν λύσεις που περιορίζουν τη φαρμακευτική δαπάνη, χωρίς να στερούν τη δυνατότητα πρόσβασης στις κατάλληλες θεραπείες και την ανταγωνιστικότητα της αγοράς. Είναι αναγκαίο πέρα από τους σημαντικούς βραχυπρόθεσμους στόχους να εξετάσουμε το υφιστάμενο σύστημα τιμολόγησης και αποζημίωσης, έτσι ώστε να διασφαλίζει βιώσιμες συνθήκες για το σύστημα υγείας, τους ασθενείς και τη φαρμακευτική αγορά.