Ανατροπή ρόλων και στόχων

Του Γιώργου Λιλλήκα

Η στρατιωτική ένταση, που η Τουρκία δημιούργησε και συντηρεί, στην Ανατολική Μεσόγειο ενόψει της προοπτικής εξόρυξης φυσικού αερίου από το Ισραήλ και την Κύπρο, είναι η πιο εμφανής έκφανση των αδιεξόδων της νέο-οθωμανικής πολιτικής της Αγκυρας, αλλά και της ανατροπής ρόλων και στόχων στην ευρύτερη περιοχή.

Η Τουρκία των Ερντογάν-Νταβούτογλου καθόρισε με σαφήνεια δύο βασικούς στρατηγικούς στόχους. Πρώτον, καθιερώθηκε η Τουρκία ως αδιαμφισβήτητη περιφερειακή υπερδύναμη και ηγέτιδα του ισλαμικού (και κατά συνέπεια, και του αραβικού) κόσμου. Και δεύτερον, η χώρα μετατράπηκε σε ενεργειακό διακομιστικό κόμβο και σημαντικό προμηθευτή της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε φυσικό αέριο, σε ανταγωνιστική βάση με τη στρατηγική της Μόσχας.

Η υλοποίηση του νέο-οθωμανικού οράματος, σε πολύ μεγάλο βαθμό, εξαρτάται από την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ που λειτουργεί ως ενδιάμεσος στρατηγικός στόχος. Δεδομένου ότι η Τουρκία δεν είναι ούτε η μεγαλύτερη σε πληθυσμό, ούτε η πλουσιότερη οικονομικά χώρα του ισλαμικού κόσμου, χρειάζεται την ιδιότητα του κράτους-μέλους της ΕΕ και τα σημαντικά πολιτικά πλεονεκτήματα που αυτή θα της προσφέρει. Η προοπτική, όμως, ένταξης, αλλά ακόμη και αυτή της ειδικής προνομιακής σχέσης με την ΕΕ, εξαρτώνται από τη στάση της Αθήνας και της Λευκωσίας.

Στον εκνευρισμό που προκαλεί στην Αγκυρα η στασιμότητα στις ενταξιακές της διαπραγματεύσεις με την ΕΕ, ήρθε να προστεθεί η αβεβαιότητα και το απρόβλεπτο των εξεγέρσεων στον αραβικό κόσμο, ο οποίος βλέπει με μεγάλη καχυποψία, αλλά και με αρνητική ιστορική μνήμη τις ηγεμονικές τάσεις της Τουρκίας.

Η επιλογή, από μέρους της Τουρκίας, της ρήξης με το Ισραήλ, προκειμένου να καθιερωθεί ως ο προασπιστής των Παλαιστινίων και των αραβικών συμφερόντων, την εγκλώβισε σε μία πολεμική ρητορική, η οποία είναι αδιέξοδη, και μόνο ζημιά μπορεί να της προκαλέσει, αφού σύντομα θα συνειδητοποιήσει (αν δεν το συνειδητοποίησε ήδη) πως δεν μπορεί να υλοποιήσει τις απειλές της, γεγονός που την αφήνει εκτεθειμένη. Η Τουρκία είναι μία μεγάλη, αλλά ευάλωτη χώρα. Χωρίς την αμερικανική στήριξη μπορεί να καταστεί εύθραυστη -ελλείψει καλών σχέσεων με τους γείτονές της, αλλά και ελλείψει της αναγκαίας κοινωνικής συνοχής. Η αλαζονική και επιθετική συμπεριφορά που η Τουρκία υιοθέτησε, ενώ δεν της απέδωσε κανένα πλεονέκτημα στον ισλαμικό ή αραβικό κόσμο, έχει πλήξει την εικόνα της στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην ΕΕ. Η θεωρία «μηδενικών προβλημάτων» μετατράπηκε σε πολιτική «πολλαπλών προβλημάτων».

Το ποτήρι του θυμού ξεχείλισε για την Τουρκία, όταν η Κυπριακή Δημοκρατία προχώρησε στην υπογραφή συμφωνίας καθορισμού της ΑΟΖ με το Ισραήλ, καθώς και στην έναρξη των εργασιών γεώτρησης με εταιρεία αμερικανικών συμφερόντων. Η εξεύρεση και εξόρυξη σημαντικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο, και κυρίως η προοπτική εξαγωγής του προς την ευρωπαϊκή αγορά σε υγροποιημένη μορφή (LNG) μέσω εγκαταστάσεων υγροποίησης στην Κύπρο, ανατρέπει τον ενεργειακό στόχο και ρόλο της Τουρκίας. Η στρατηγική επιλογή της Τουρκίας να επενδύσει στον αγωγό NABUCCO (που τώρα μάλλον καθίσταται μη βιώσιμος) την ταύτισε με την αμερικανική πολιτική ενεργειακής απεξάρτησης της ευρωπαϊκής αγοράς από τη Ρωσία. Σήμερα, όμως, η Ουάσινγκτον βλέπει την Κύπρο και το Ισραήλ ως τους υπαλλακτικούς προμηθευτές της ΕΕ.

Η Τουρκία, με τις ιαχές πολέμου και τη μαζική κινητοποίηση του στόλου και της αεροπορίας της, εμφανίζεται διεθνώς ως ο βασικότερος αποσταθεροποιητικός παράγοντας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η ρήξη με το Ισραήλ δημιούργησε ένα νέο πολιτικό περιβάλλον που επιτρέπει την προσέγγιση Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας.

Η συνεργασία στον τομέα του φυσικού αερίου δημιουργεί συνθήκες και προϋποθέσεις κοινών οικονομικών συμφερόντων, πάνω στα οποία μπορεί να οικοδομηθεί μία ευρύτερη πολιτική στρατηγική συμμαχία, επωφελής για όλη την περιοχή. Η ανατροπή των νέο-οθωμανικών επεκτατικών οραματισμών και στόχων της Αγκυρας, και η ένταξη της Κύπρου και του Ισραήλ στον κατάλογο των παραγωγών φυσικού αερίου αλλάζουν τα γεωστρατηγικά δεδομένα της περιοχής προς όφελος του Ελληνισμού. Αυτό που απομένει είναι η διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης πολυεπίπεδης στρατηγικής για την αξιοποίηση του νέου περιβάλλοντος.