Από το Α ως το... Ζ

Για το διεθνές δίκαιο, ο ορισμός του κράτους διέρχεται μέσα από μία οργανωμένη πολιτική οντότητα που κατέχει συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, αντιπροσωπεύει ένα μόνιμο πληθυσμό και ασκεί εξουσία, όντας αναγνωρισμένο υποκείμενο, από τα υπόλοιπα μέλη της διεθνούς κοινότητας. Για τις διεθνείς σχέσεις, τα πράγματα είναι πιο απλά (όχι, όμως, απλοϊκά). «Κράτος» σημαίνει «ισχύς» και «συμφέρον». Ας μην ξεχνάμε πως «κράτος» στα αρχαία είναι η δύναμη. Η δύναμη να επιβάλεις την ισχύ σου, για να ικανοποιήσεις τα συμφέροντά σου.
Η ΑΟΖ είναι το δικαίωμα κάθε παράκτιου κράτους να εκμεταλλεύεται κατ’ αποκλειστικότητα μία θαλάσσια ζώνη πλάτους μέχρι και 200 μιλίων. Πιο συγκεκριμένα, να εκμεταλλεύεται το υπέδαφος του βυθού, το βυθό, τα ύδατα (αλιεία) και την επιφάνεια της θάλασσας (ακόμα και με τη δημιουργία τεχνητών νησιών).

Παράλληλα, η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας αναφέρει ρητά ότι όλα τα νησιά διαθέτουν ΑΟΖ και ότι μαζί με την υφαλοκρηπίδα ενός νησιού καθορίζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που καθορίζονται και για τις ηπειρωτικές περιοχές.

Ο νέος αυτός θεσμός αποτελεί τη σημαντικότερη και πιο επαναστατική καινοτομία του νέου δικαίου της θάλασσας. Αν και στην πραγματικότητα η τάση διεθνώς είναι οι δύο αυτές θαλάσσιες ζώνες να οριοθετούνται ταυτοχρόνως και τα όριά τους να ταυτίζονται από οικονομικής άπoψης, η υφαλοκρηπίδα είναι σε γενικές γραμμές υποσύνολο της ΑΟΖ.

Παρόλα αυτά, σε αντίθεση με την υφαλοκρηπίδα, η οποία υφίσταται ως «φυσικό δικαίωμα», ανεξάρτητα από την έκφραση βούλησης του παράκτιου κράτους, στην περίπτωση αυτή το κράτος πρέπει να εκδηλώσει τη διάθεσή του να αποκτήσει τη ζώνη μέσα από μία διακήρυξή του. Σε κάθε περίπτωση, η ΑΟΖ μοιάζει να είναι περισσότερο οικονομική παρά γεωλογική έννοια.

Για την ιστορία στη σχετική ψηφοφορία που έγινε στις 30 Απριλίου του 1982 στη Νέα Υόρκη για τη νέα Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας, 130 κράτη ψήφισαν υπέρ, τέσσερα κατά και 17 τήρησαν αποχή. Μέχρι το τέλος του 2008 επικύρωσαν τη Σύμβαση 157 χώρες, μεταξύ των οποίων η Κύπρος (12/12/1988) και η Ελλάδα (21/07/1995). Αξίζει να σημειωθεί ότι η Τουρκία και η Βενεζουέλα αρνήθηκαν να υπογράψουν τη Σύμβαση λόγω της ΑΟΖ, επειδή και τα δύο αυτά κράτη έχουν μπροστά τους νησιά που δεν τους ανήκουν, και έτσι εκ των πραγμάτων έχουν περιορισμένη δυνατότητα οικονομικής ζώνης.

Βάσει των παραπάνω, καταλήγουμε στο ερώτημα: είναι σημαντικό για την Ελλάδα να θεσπίσει ΑΟΖ; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απόλυτη, αλλά εξαρτάται από τις πολιτικές προτεραιότητες της χώρας. Εξαρτάται, όμως, και από την ίδια την ανάγκη της χώρας να εκμεταλλευτεί, με όρους αναπτυξιακούς, κάθε σημείο του υπεδάφους της.

Αν το ενδιαφέρον της Ελλάδας εστιάζεται στην εξερεύνηση και την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους των παρακείμενων θαλασσών, τότε ο θεσμός της υφαλοκρηπίδας εξυπηρετεί αποτελεσματικά το στόχο αυτό. Αν επιδιώκει -ως προστιθέμενη αξία- να αποκτήσει επιπλέον αποκλειστικά δικαιώματα αλιείας και εκμετάλλευσης των ήπιων μορφών ενέργειας που προσφέρουν τα κύματα και οι άνεμοι της θάλασσας, τότε η ΑΟΖ καθίσταται απαραίτητη.

Είναι φανερό πως η εκμετάλλευση του φυσικού μας πλούτου και των ενεργειακών κοιτασμάτων έχει δύο παράλληλα οφέλη. Με οικονομικούς όρους, αυξάνει το ΑΕΠ της χώρας, την παραγωγή του εθνικού μας πλούτου. Με πολιτικούς όρους, ισχυροποιεί τη θέση και το ρόλο της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου.

Ειδικότερα, όμως, για το Αιγαίο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι και η Τουρκία έχει σχετικά δικαιώματα, και ότι θα πρέπει να υπάρξει οριοθέτηση των δύο ΑΟΖ με βάση τις αρχές του δικαίου της θάλασσας. Βέβαια, πρόκειται για μία πολιτική απόφαση, και εναπόκειται στην πολιτική ηγεσία να προσμετρήσει τα θετικά και τα αρνητικά μιας τέτοιας πρωτοβουλίας.
Ο «πατέρας» του πολιτικού ρεαλισμού της κυρίαρχης σχολής σκέψης στις διεθνείς σχέσεις και τις στρατηγικές σπουδές, Θουκυδίδης, έχει τονίσει, μεταξύ άλλων, πως: «Η κυριαρχία στη θάλασσα είναι τεράστιο πλεονέκτημα». Αν ζούσε, λοιπόν, ο αρχαίος ιστορικός, θα έλεγε πως για μία χώρα σαν την Ελλάδα που περιβάλλεται από θάλασσα, το στρατηγικό πλεονέκτημα ακόμη παραμένει «στα χαρτιά».