Γιατί η Αγκυρα «παίζει με τη φωτιά»;

Του Γιώργου Κουμουτσάκου

Η έναρξη των γεωτρήσεων στο «Οικόπεδο 12» εντός της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) ήταν η αφορμή, για να ξεδιπλωθεί το «μεγάλο παιχνίδι» -πολιτικό και ενεργειακό- που εδώ και καιρό υποβόσκει στη γεωστρατηγική σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου. Στο επίκεντρό του βρίσκεται η επιδίωξη της Τουρκίας να κατοχυρωθεί ως πρωταγωνιστική περιφερειακή δύναμη στην κρίσιμη αυτή περιοχή του κόσμου. Η Αγκυρα υπό την επήρεια μιας ξαφνικής «μέθης ισχύος» που οφείλεται στη δυναμική οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας, καθώς και στο κενό εξουσίας που έχει προκαλέσει στο μουσουλμανικό κόσμο η «αραβική άνοιξη», ασκεί ανοικτά πλέον πολιτική κανονιοφόρων στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία παίζει κυριολεκτικά με τη φωτιά.

Με την πολιτική αυτή, που βέβαια δεν είναι πολιτική μηδενικών, αλλά πολλαπλών προβλημάτων με τους γείτονές της, η Τουρκία επιδιώκει συγκεκριμένους στρατηγικούς και τακτικούς στόχους. Ενδεικτικά, η Αγκυρα αποσκοπεί, κατ’ αρχάς, στην κατοχύρωση πρωταγωνιστικού περιφερειακού ρόλου. Αυτό για την Τουρκία σημαίνει ότι καμία γεωπολιτική και οικονομική εξέλιξη στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως η εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη δική της παρέμβαση, συμμετοχή ή έγκριση.

Δεύτερος στόχος της Αγκυρας είναι να αποκτήσει ηγετική θέση στο μουσουλμανικό κόσμο, εκμεταλλευόμενη το ντόμινο εξελίξεων που έχει προκαλέσει η «αραβική άνοιξη». Αυτόν το σκοπό υπηρετεί η συντήρηση και κλιμάκωση της έντασης με το Ισραήλ. Τέλος, αποσκοπεί στην επιβολή μιας λύσης της αρεσκείας της στο Κυπριακό που θα της διασφαλίσει σταθερό ρόλο τοποτηρητή στην Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο. Αυτός ήταν ανέκαθεν ο στρατηγικός στόχος της Τουρκίας. Η «προστασία» των Τουρκοκυπρίων ήταν πάντα το όχημα, η πρόφαση και το πρόσχημα για αυτήν την πολιτική. Γι’ αυτό η Αγκυρα δεν θέλει να ακούσει το παραμικρό για κατάργηση των εγγυήσεων και των παρεμβατικών δικαιωμάτων, ακόμη και σε μία ενωμένη ευρωπαϊκή Κύπρο. Το επιβεβαιώνει, άλλωστε, ο κ. Νταβούτογλου στο βιβλίο του περί στρατηγικού βάθους.

Ειδικά για το Κυπριακό, η τουρκική ηγεσία δεν θέλει να αντιληφθεί ότι οι έρευνες και η προοπτική ωφελημάτων για Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους σε μία ενωμένη Κύπρο μπορούν να είναι ένα επιπλέον, ισχυρό μάλιστα, κίνητρο για πρόοδο των συνομιλιών για την επίλυσή του. Γι’ αυτό συνέδεσε αμέσως τις έρευνες με την πορεία και προοπτική των συνομιλιών. Το βασικό τουρκικό επιχείρημα είναι ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να ασκήσει τα νόμιμα και κυριαρχικά δικαιώματά της, εάν προηγουμένως δεν λυθεί το Κυπριακό. Ομως, η Κυπριακή Δημοκρατία ούτε είναι κράτος περιορισμένης κυριαρχίας, ούτε μπορεί να «πληρώσει» την παράνομη κατοχή τμήματος του εδάφους της με αναστολή άσκησης των δικαιωμάτων της.

Επιπλέον, με τη συντήρηση της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο, η Τουρκία επιδιώκει να διαβρώσει τη δυνατότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας να ασκήσει μία ουσιαστική, αποτελεσματική και με κύρος Προεδρία της ΕΕ, σε μία προσπάθεια να πείσει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μέρος κρίσεων και προβλημάτων και όχι παράγοντας σταθερότητας. Ποια, όμως, θα ήταν η αντίδραση της Αγκυρας, εάν η κυπριακή Προεδρία πετύχαινε πρόοδο σε κάποιο από τα διαπραγματευτικά κεφάλαια; Τότε, είτε θα αναγνώριζε την κυπριακή Προεδρία, είτε θα έχανε την όποια αξιοπιστία της. Θα βρισκόταν, έτσι, ενώπιος-ενωπίω με την αδιέξοδη και αντιπαραγωγική άρνησή της να δεχθεί τα αυτονόητα.

Υπάρχει, όμως, και ένας αμιγώς «εσωτερικός» λόγος που εξηγεί τη στάση της Τουρκίας. Αυτός είναι η ενίσχυση της πολιτικής θέσης του Ερντογάν, ενόψει των αλλαγών στο τουρκικό Σύνταγμα, που θα ενισχύουν τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αξίωμα στο οποίο φαίνεται να προσβλέπει. Ο Ερντογάν, λοιπόν, χρησιμοποιεί την ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο, για να μπορέσει να «περάσει» πιο εύκολα αυτές τις συνταγματικές αλλαγές στην υπόγεια διελκυστίνδα του με ό,τι έχει απομείνει από το κατεστημένο του κεμαλικού κράτους.

Ολα τα παραπάνω, αν και ενδεικτικά, επιβεβαιώνουν ότι η χρήση απειλών, στρατιωτικών συμπεριλαμβανομένων, είναι διαχρονικό χαρακτηριστικό της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας. Η Αγκυρα προσφεύγει εύκολα σε αυτές, όταν τα πράγματα εξελίσσονται με τρόπο που δεν συμπίπτει με τις γεωστρατηγικές της επιδιώξεις. Ακόμη και όταν οι εξελίξεις αυτές είναι καθ’ όλα νόμιμες και σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο και τη διεθνή πρακτική.

Αυτό θα πρέπει να είναι και το βασικό συμπέρασμα πάνω στο οποίο θα πρέπει να γίνονται οι εκτιμήσεις και οι σχεδιασμοί της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και διπλωματίας αναφορικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η επιθυμητή από όλους πλήρης εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων πρέπει να βασίζεται στο ρεαλισμό και όχι σε μία αβάσιμη αισιοδοξία ή σε έναν κακώς εννοούμενο κατευνασμό.