Ευκαιρίες και περιορισμοί ενός δυνητικού ηγεμόνα

Του Παναγιώτη Τσάκωνα

Οι δραματικές αλλαγές που ακολούθησαν τις εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο, οι ευκαιρίες εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στο βυθό της Ανατολικής Μεσογείου και οι νέοι συσχετισμοί δύναμης που προκύπτουν μέσα από την επεισοδιακή κατάργηση παραδοσιακών ισχυρών στρατηγικών συμμαχιών ή/και την απρόβλεπτη δημιουργία νέων, αναμφίβολα ενισχύουν την αστάθεια και τη ρευστότητα του συγκεκριμένου γεωπολιτικού υποσυστήματος.

Απέναντι σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα κράτη της περιοχής δεν μπορούν να παραμείνουν αμέτοχοι παρατηρητές. Ειδικά, τα κράτη που θεωρούν ότι οι νέες ή διαμορφούμενες γεωπολιτικές πραγματικότητες προσφέρουν ευκαιρίες ανάληψης ενός ηγετικού -ίσως ακριβέστερα, ηγεμονικού- ρόλου στην περιοχή επιβάλλεται να προετοιμάσουν το έδαφος μίας τέτοιας παρέμβασης όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα. Hδη από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, η Τουρκία κατέστησε σαφές το ισχυρό ενδιαφέρον της να αναπτύξει έναν ηγεμονικό ρόλο στο υποσύστημα της Μέσης Ανατολής.

Από τη μία πλευρά, ο δυναμισμός της 17ης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο και οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της τουρκικής οικονομίας, και από την άλλη, η πολιτική κυριαρχία της κυβέρνησης Ερντογάν συνδέθηκαν γρήγορα με το φιλόδοξο κοσμοθεωρητικό πρόταγμα του υπουργού Eξωτερικών Νταβούτογλου, σύμφωνα με το οποίο η Τουρκία -για ιστορικούς, γεωγραφικούς και πολιτιστικούς λόγους- διαθέτει ένα «στρατηγικό βάθος» και την εγγενή δυνατότητα ανάπτυξης ενός πολυδιάστατου ρόλου τόσο σε περιφερειακό, όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Προκειμένου να καταστεί αδιαφιλονίκητος περιφερειακός ηγεμόνας στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, η Τουρκία ανέλαβε μία σειρά από στρατηγικές επιλογές που αποτελούσαν αναγκαίες προϋποθέσεις ανάπτυξης ενός τέτοιου ρόλου. Σε αυτές περιλαμβάνονταν η -έγκαιρη και επεισοδιακή- ρήξη της στρατηγικής συμμαχίας με το Ισραήλ, η θερμή υποστήριξη των δικαίων του παλαιστινιακού λαού (καθώς και ορισμένων ριζοσπαστικών παραγόντων, όπως η Χαμάς), και πιο πρόσφατα η προσπάθεια εξαγωγής προς τις ελίτ που ανέλαβαν τα ηνία της εξουσίας μετά την «καταιγίδα» των εξεγέρσεων σε διάφορα αραβικά κράτη (Αίγυπτος, Τυνησία, Λιβύη) του επιτυχημένου μοντέλου του κοσμικού κράτους με το μουσουλμανικό πληθυσμό και την ισχυρή οικονομία.

Ταυτόχρονα, στην κατεύθυνση νομιμοποίησης ενός ηγεμονικού ρόλου στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, η Τουρκία επέλεξε τη διατήρηση μιας απόστασης από τις στρατηγικές επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών, επιλογή που έθεσε αμέσως υπό σοβαρή αμφισβήτηση τις δυτικές στρατηγικές της δεσμεύσεις και υποχρεώσεις. Είναι, παράλληλα, σαφές ότι η Τουρκία δεν ενδιαφέρεται πλέον για την ευρωπαϊκή της πορεία, πραγματικότητα που ενισχύει περαιτέρω την ανάπτυξη ηγεμονικού ρόλου στο γεωπολιτικό περιβάλλον της Μέσης Ανατολής, τους κανόνες λειτουργίας του οποίου αισθάνεται ότι μπορεί να διαμορφώνει ή/και να επιβάλει ως ο δυνητικά ισχυρότερος παίκτης. Οπως είναι βεβαίως φυσικό, η περαιτέρω απίσχναση της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας (η οποία δεν πρέπει να λησμονείται ότι είχε αρχίσει να πραγματοποιείται με τη συναίνεση, αν όχι την πρωτοβουλία της Ελλάδας, από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας) συνεπάγεται και τη σχεδόν πλήρη αποδυνάμωση των θεσμικών περιορισμών που θα μπορούσε να επιβάλει στη συμπεριφορά της Τουρκίας η ΕΕ, κυρίως αναφορικά με τις σχέσεις της με την Κύπρο.

Οπως ήταν αναμενόμενο, η Τουρκία εναντιώθηκε με ιδιαίτερα οξύ, απειλητικό και επιθετικό τρόπο στο νόμιμο δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να προχωρήσει σε έρευνες για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων εντός της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, αλλά δεν τόλμησε τη σύγκρουση. Κυρίως χάρη στις προσπάθειες της Κυπριακής Δημοκρατίας, απέναντί της σχηματίστηκε έγκαιρα ένα ισχυρό αποτρεπτικό μέτωπο, το οποίο αποτελούσαν -εκτός από τα «άμεσα εμπλεκόμενα μέλη» Κύπρο, Ισραήλ (και δευτερευόντως, την Ελλάδα), οι Ηνωμένες Πολιτείες, η ΕΕ και η Ρωσία. Παράλληλα, η μέχρι τώρα συμπεριφορά της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο απομακρύνει το ενδεχόμενο επίτευξης προόδου στο Κυπριακό και «τραβά χειρόφρενο» στα ελληνοτουρκικά.
Η αίσθηση αυτοπεποίθησης που διακατέχει την τουρκική πολιτική ηγεσία (και η συνακόλουθη απόφασή της να πρωταγωνιστήσει σε ένα παιχνίδι εξαιρετικά υψηλού ρίσκου στην πιο ρευστή περιοχή του πλανήτη) δεν φαίνεται να αποτελεί μέχρι σήμερα καλό σύμβουλο. Πολύ περισσότερο αν η αυτοπεποίθηση αυτή συνδυαστεί με τη χρονική πίεση που ήδη νιώθει η κυβέρνηση Ερντογάν για την ανάπτυξη ηγεμονικού ρόλου στην περιοχή εντός των επόμενων μηνών, και πάντως αρκετά πριν από την ανάληψη της προεδρίας της ΕΕ από την Κύπρο και τη συνακόλουθη αναβάθμιση της γεωπολιτικής της αξίας.