Τα μαθήματα της αραβικής εξέγερσης για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης

Του Θεοδώρου Τσακίρη

Η αναπάντεχη κατάρρευση του καθεστώτος Μουμπάρακ σε συνδυασμό με το συνεχιζόμενο εμφύλιο πόλεμο στη Λιβύη και τη δομική αποσταθεροποίηση του Μπαχρέιν, της Υεμένης και της Συρίας έχουν δημιουργήσει ένα επίπεδο αυξημένου πολιτικού ρίσκου για την πλέον πλούσια ενεργειακή ζώνη του πλανήτη, όπου εμπεριέχονται πάνω από τα δύο τρίτα των εγνωσμένων αποθεμάτων πετρελαίου, και περίπου το 50% των βεβαιωμένων αποθεμάτων φυσικού αερίου. Αυτό το επίπεδο πολιτικής αποσταθεροποίησης είναι πρωτοφανές σε διάρκεια, βάθος και δυνητικές προεκτάσεις.

Το πολιτικό ρίσκο διακοπής της παραγωγής ή διαμετακόμισης υδρογονανθράκων μπορεί να μην σχετίζεται άμεσα με το ενδεχόμενο διακρατικών συγκρούσεων, όπως συνέβη κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου έως και τους δύο αμερικανοϊρακινούς πολέμους του 1991 και του 2003, αλλά αφορά το ενδεχόμενο της εσωτερικής ανατροπής μιας καθεστωτικής τάξης πραγμάτων -κατά τα πρότυπα της ισλαμικής επανάστασης του Ιράν- που δύναται να μεταβάλει άρδην τον εξωτερικό προσανατολισμό των επηρεαζόμενων κρατών.

Μία επιπρόσθετη παράμετρος που επιτείνει την όλη αβεβαιότητα είναι ότι οι μεταβάσεις προς ένα πλουραλιστικότερο -αλλά όχι απαραίτητα δημοκρατικότερο- αύριο δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί. Οι εκλογικές αναμετρήσεις του Οκτωβρίου στην Τυνησία και του Νοεμβρίου στην Αίγυπτο αναμένεται να δημιουργήσουν ένα νέο βαθμό προκλήσεων και εσωτερικών αναταράξεων και στις δύο μετεπαναστατικές χώρες, όπου η πολιτική ηγεμονία του στρατεύματος θα τεθεί υπό άμεση αμφισβήτηση.

Σε περίπτωση που το εκλογικό αποτέλεσμα φέρει στην εξουσία ισχυρές ισλαμιστικές πλειοψηφίες που θα αμφισβητήσουν τις θεμελιώδεις διπλωματικές και πολιτικές κατευθύνσεις των Αιγύπτιων στρατιωτικών έναντι, για παράδειγμα, του σεβασμού της Συμφωνίας του Camp David ή των δικαιωμάτων των Κοπτών Χριστιανών, το ενδεχόμενο μίας δεύτερης και σαφώς περισσότερο αιματηρής εξέγερσης θα αυξηθεί καταλυτικά. Την ίδια ώρα ο Λιβυκός Εμφύλιος μαίνεται παρά τη συνεχιζόμενη νατοϊκή επιχείρηση, ενώ οι επαναστατικοί ασκοί του Αιόλου δεν έχουν αγγίξει ακόμη μόνο την Αλγερία, τη σημαντικότερη, δηλαδή, εξαγωγό υδρογονανθράκων της Βόρειας Αφρικής.

Σε αντίθεση με τη λεκάνη της Μεσογείου, τα καθεστώτα του Κόλπου έχουν επιδείξει πολύ ισχυρότερα αντιεπαναστατικά αντανακλαστικά. Οι πετρομοναρχίες του Κόλπου έχουν αποδείξει ότι μπορούν να ενσωματώσουν, αποτρέψουν, εξαγοράσουν και -αν χρειαστεί- καταπνίξουν με τη βία τις δυνητικές πηγές μίας εσωτερικής εξέγερσης, οι οποίες προέρχονται πλέον σε μεγάλο βαθμό από το βαθύ σουνιτικό-σιιτικό χάσμα και την ύπαρξη συμπαγών σιιτικών μειονοτήτων στη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Κουβέιτ και τα ΗΑΕ. Πέραν αυτού, τα βασίλεια του Κόλπου έχουν, επίσης, αποδείξει ότι είναι σε θέση -ως μία άλλη Ιερά Συμμαχία- να συνεργαστούν σε επίπεδο συλλογικής ασφαλείας εναντίον του ενδεχομένου διάχυσης των εσωτερικών αναταράξεων σε ένα από τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (ΣΣΚ).

Η υπό σαουδαραβική ηγεσία στρατιωτική επέμβαση του ΣΣΚ στο Μπαχρέιν για την προστασία της άρχουσας σουνιτικής μειοψηφίας απέτρεψε το ενδεχόμενο ανάδειξης ενός τρίτου σιιτικού κράτους και εισέπραξε την εκκωφαντικά σιωπηλή αποδοχή των ΗΠΑ και των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, που μερικούς μήνες μετά θα άρχιζαν -με αραβική διπλωματική κάλυψη- τον ανηλεή βομβαρδισμό του καθεστώτος Καντάφι. Αυτή η δυνατότητα συλλογικής δράσης για την αποτροπή διάχυσης των επαναστατικών δυναμικών απουσιάζει παντελώς από τα αραβικά κράτη της μεσογειακής λεκάνης, όπως επίσης απουσιάζει και η διάθεση των ΗΠΑ να διαδραματίσουν το ρόλο του ηγεμονικού σταθεροποιητή της Βόρειας Αφρικής, όπως κάνουν από την περίοδο του Δόγματος Κάρτερ στην περιοχή του αραβοπερσικού Κόλπου, εκτός και εάν το Κάιρο καταγγείλει την ειρηνευτική συμφωνία του 1978.

Αυτές οι δομικές γεωπολιτικές ανακατατάξεις και η κλιμακούμενη ρευστότητα έχουν αρχίσει να μεταβάλουν άρδην και τον ενεργειακό χάρτη της περιοχής με άμεσες επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Μπορεί ακόμη να μην ομιλούμε για το ενδεχόμενο να κλείσει η διώρυγα του Σουέζ από ένα μελλοντικό αιγυπτιακό ισλαμικό συμβούλιο, ή να μην έχουμε φτάσει ακόμη στο σημείο να εξετάζουμε την αντίδραση της Ευρώπης στο ενδεχόμενο μίας νέας ισλαμιστικής εξέγερσης στην Αλγερία, αλλά ήδη το στρατιωτικό καθεστώς της Αιγύπτου έχει αποδειχθεί ανίκανο να εγγυηθεί τις εξαγωγές αιγυπτιακού αερίου στο Ισραήλ, μέσω του οποίου το Τελ Αβίβ κάλυπτε το 40% της εσωτερικής του κατανάλωσης.

Αυτό, με τη σειρά του, έσπρωξε το Ισραήλ να επιταχύνει τους ρυθμούς ανάπτυξης του πεδίου Ταμάρ, έτσι ώστε να εξαλείψει μέσα στο 2012 ή το αργότερο το 2013 την εξάρτησή του από τις αιγυπτιακές εισαγωγές, προχωρώντας στη χάραξη ΑΟΖ με την Κύπρο και την παντοδαπή υποστήριξη των προσπαθειών της Κυπριακής Δημοκρατίας να αξιοποιήσει τα αποθέματα φυσικού αερίου του πεδίου 12 και όλης της κυπριακής ΑΟΖ.

Η μετατροπή της Κύπρου έως το 2020 σε εξαγωγό και διαμετακομιστή 20-30 δισ. κυβ.μ. κυπριακού και ισραηλινού αερίου μπορεί να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες επιπτώσεις της αραβικής εξέγερσης, μειώνοντας σημαντικά την εισαγωγική εξάρτηση της Ευρώπης όχι μόνον από τη Ρωσία και την πλέον δομικά ασταθή Βόρεια Αφρική, αλλά και από τις διαμετακομιστικά αναξιόπιστες περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης (Λευκορωσία/Ουκρανία) και του Νοτίου Καυκάσου (Γεωργία/Τουρκία).

Από όλες τις πετρομοναρχίες του Κόλπου, μόνον η Σαουδική Αραβία αντιμετώπισε ένα σοβαρό εσωτερικό κίνδυνο ισλαμικογενούς σουνιτικής εξέγερσης μετά την αμερικανική εισβολή/κατοχή του Ιράκ από το 2003 έως περίπου το 2007.