Τουρκικοί ελιγμοί

Του Burak Bekdil

Σε ένα από τα απόρρητα διπλωματικά τηλεγραφήματα του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών που δημοσιεύτηκε από το Wikileaks, ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τζέιμς Τζέφρι, δηλώνει: «Εχοντας τις φιλοδοξίες μίας Rolls Royce, αλλά διαθέτοντας τους πόρους ενός Rover για τη συμμετοχή τους στη δράση, οι Τούρκοι πρέπει να ‘κλέψουν’, ποντάροντας σε ένα outsider, έναν Σίλατζιτς, έναν Μεσάαλ, ή έναν Αχμαντινετζάντ». Οι μεταφορές που χρησιμοποίησε ο Τζέφρι ισχύουν και για την τουρκική «διπλωματία των κανονιοφόρων» στην Ανατολική Μεσόγειο.

Από το 2007, η Αγκυρα ενεπλάκη σε ένα επιθετικό lobbying, για να μπλοκάρει τις προσπάθειες οριοθέτησης των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών της Κύπρου (ΑΟΖ), του Λιβάνου, του Ισραήλ και της Αιγύπτου στην Ανατολική Μεσόγειο. Με τις προσπάθειες αυτές να μην τελεσφορούν, οι Τούρκοι ηγέτες στράφηκαν στη χρήση απειλητικών μηνυμάτων.
Ο πρωθυπουργός, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δεσμεύτηκε να ενισχύσει την τουρκική ναυτική παρουσία στη Μεσόγειο και έστειλε στην περιοχή το απαρχαιωμένο πλοίο σεισμογραφικών ερευνών, Piri Reis. Οι κινήσεις αυτές αποτελούν αντίποινα στις ισραηλινοκυπριακές έρευνες για υδρογονάνθρακες, οι οποίες προστατεύονται από φρεγάτες, κορβέτες και μαχητικά αεροσκάφη, αλλά και -πιθανώς- μία προσπάθεια να ωθήσουν τη Λευκωσία να κάνει κάποια ανόητη κίνηση. Ωστόσο, η ηρεμία που επικράτησε απέτρεψε τα τουρκικά σχέδια. Ο Ερντογάν απείλησε ότι οι κυπριακές ενέργειες θα «σκοτώσουν» τις συνομιλίες για την επανένωση του νησιού, όμως ξέχασε ότι είχε χρησιμοποιήσει την ίδια απειλή απέναντι στην ανάληψη της προεδρίας της ΕΕ από την Κύπρο την επόμενη χρονιά. Από ό,τι φαίνεται, κανένας δεν έχει εντυπωσιαστεί, αλλά ο Ερντογάν εξακολουθεί να εκτοξεύει απειλές. Στα μέσα Οκτωβρίου είχε δηλώσει ότι «οποιαδήποτε μονομερής προσπάθεια θα αντιμετωπιστεί με μία δυσανάλογη τουρκική απάντηση».

Τι επιλογές έχουν οι Τούρκοι σε μία «δυσανάλογη απάντηση»; Οχι πολλές. Οι σημαντικές ρωγμές που έχει υποστεί ο άξονας Τουρκίας-Συρίας-Ιράν και η αύξηση των τριβών ανάμεσα στην Αγκυρα και την -ακόμα ζωντανή- συμμαχία μεταξύ Δαμασκού και Τεχεράνης, ο ψυχρός πόλεμος με το Ισραήλ και η «διπλωματία των κανονιοφόρων» σήμαναν και επισήμως τον τερματισμό της τουρκικής πολιτικής «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες», μειώνοντας την αξιοπιστία της Αγκυρας. Το ερώτημα «γιατί πρέπει μία χώρα που επιδιώκει να έχει μηδενικά προβλήματα με τους γείτονές της εξακολουθεί να δαπανά ετησίως πέντε δισ. δολάρια για την αγορά όπλων;» παραμένει αναπάντητο μέχρι σήμερα.

Ούτε οι νομικές επιλογές φαίνονται να προσφέρουν κάποια διέξοδο. Αν υιοθετήσουμε την αυστηρά νομικίστικη προσέγγιση του ΟΗΕ, τα επιχειρήματα μίας χώρας που κατέχει τμήμα μίας άλλης δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Οι στρατιωτικές επιλογές φαντάζουν ακόμα πιο αδύναμες. Οι ΗΠΑ, ίσως ο ισχυρότερος παράγοντας σε περίπτωση στρατιωτικής σύγκρουσης στην περιοχή, έχουν στείλει μήνυμα στην Αγκυρα ότι πρέπει να αποφύγει τις περιπέτειες, αν θέλει να παραμείνει σύμμαχός τους. Εξάλλου, υπάρχει ένας ακόμη λόγος που αυτή η καινοφανής πρόκληση στην ασφάλεια της Τουρκίας ήλθε τη χειρότερη δυνατή στιγμή για τη χώρα. Τον προηγούμενο μήνα, ο Τούρκος υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Εγκεμέν Μπαγίς, δήλωσε σχετικά με την κρίση της ΑΟΖ: «Για αυτό το λόγο έχουμε το ναυτικό». Σωστά; Λάθος.

Περισσότεροι από τους μισούς (25 από τους 48) ναυάρχους εν ενεργεία στο τουρκικό ναυτικό, ένθερμοι υποστηρικτές του κοσμικού κράτους, βρίσκονται στη φυλακή, περιμένοντας τη δίκη τους για κατηγορίες που αφορούν στο σχεδιασμό πραξικοπήματος κατά της μετριοπαθούς ισλαμιστικής κυβέρνησης Ερντογάν. Επιπρόσθετα, περίπου 20 ναύαρχοι εν αποστρατεία και αρκετοί ανώτεροι αξιωματούχοι του ναυτικού βρίσκονται επίσης υπό κράτηση για τις ίδιες κατηγορίες (τα ποσοστά κράτησης για την αεροπορία και το στρατό ανέρχονται σε 17% και 14% αντίστοιχα). Προφανώς, οι νέες εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο έχουν δημιουργήσει νέους ρόλους, προκλήσεις και ευθύνες για το τουρκικό ναυτικό, σε μία περίοδο που η ηγεσία του τελευταίου ενδεχομένως να μην είναι πλήρως προετοιμασμένη να τα διαχειριστεί.

Ολα αυτά αφήνουν στην Τουρκία μόνο μία βιώσιμη λύση: η διατήρηση μίας σθεναρής θέσης για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, αντί για το πραγματικό -και φυσικό- μπλοκάρισμα των ερευνών στα ανοιχτά της Κύπρου, δεδομένου ότι στους δρόμους της Τουρκίας και των αραβικών χωρών απαιτείται αυτή η στάση. Μικρές δόσεις παρενόχλησης και περιορισμένες κινήσεις που θα λαμβάνουν μεγάλη δημοσιότητα στην περιοχή και που θα εκπέμπουν το μήνυμα ότι «το ισχυρό έθνος μας ελέγχει τη Μεσόγειο» μπορούν να συνοδευτούν από μία πολιτική αντενεργειών που δεν θα προκαλούν πραγματική ζημιά. Απέναντι σε αυτή τη φαινομενικά επικίνδυνη πρόκληση, οι Τούρκοι δεν έχουν άλλη επιλογή για την αλλαγή του παιχνιδιού, πέραν του να βασιστούν στους στρατηγικούς δεσμούς που μπορούν να αναπτύξουν με τους ισλαμιστές ηγέτες στη μετά Μουμπάρακ Αίγυπτο και τη μετά Ασαντ Συρία.