Τα «πράσινα» ΣΔΙΤ

Του Pierre Deleplanque

Σε αυτή την εξαιρετικά δύσκολη οικονομική συγκυρία, η κατεύθυνση των επενδύσεων σε υποδομές υψηλής κοινωνικής χρησιμότητας μοιάζει να αποτελεί μονόδρομο, προκειμένου αφενός να υπάρξει ένα ισχυρό αντιστάθμισμα στις συνέπειες της ύφεσης, και αφετέρου να αποτελέσει ένα σημείο εκκίνησης για την εκ νέου δραστηριοποίηση παραγωγικών δυνάμεων αλλά και κεφαλαίων. Σε αυτή την προσπάθεια, όπως δείχνουν και τα δεδομένα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ενωση, ένα αποδοτικό και αποτελεσματικό εργαλείο αποτελούν οι Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ). 

Σήμερα, σύμφωνα και με πολύ πρόσφατα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κέντρου Τεχνογνωσίας σε θέματα ΣΔΙΤ (EPEC), ένα μεγάλο μέρος νέων έργων σε δημόσιες υποδομές -από κτιριακά συγκροτήματα στους τομείς της εκπαίδευσης, της περίθαλψης και της ασφάλειας μέχρι οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα, και από μονάδες ολοκληρωμένης διαχείρισης αστικών απορριμμάτων έως σύνθετα περιβαλλοντικά προγράμματα- υλοποιούνται με ΣΔΙΤ. Μάλιστα, η αγορά των έργων ΣΔΙΤ στην Ευρωπαϊκή Ενωση έπειτα από μία μακρά περίοδο ύφεσης αρχίζει να επανακάμπτει το 2010 και συνεχίζει δυναμικά και το πρώτο εξάμηνο του 2011. Πιο συγκεκριμένα, η ευρωπαϊκή αγορά για το πρώτο εξάμηνο του 2011 ανήλθε στα 9,7 δισ. ευρώ έναντι συνολικής επίδοσης 18,3 δισ. ευρώ για το 2010.

Από τα στοιχεία του EPEC -μία πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων- προκύπτει ότι η θεματολογία των συμπράξεων συν τω χρόνω διευρύνεται και ενσωματώνει ολοένα και περισσότερο στοιχεία «πράσινης» επιχειρηματικότητας, είτε πρόκειται για παραδοσιακά έργα κτιριακών συγκροτημάτων, είτε για καινοτομικά περιβαλλοντικά προγράμματα.
Με βάση τα ευρωπαϊκά δεδομένα, αλλά και την πρόσφατη ελληνική εμπειρία, θα μπορούσε να υποστηριχθεί βάσιμα ότι υπάρχουν σοβαρές προοπτικές στον τομέα της διαμόρφωσης ενός πλαισίου ΣΔΙΤ με σαφή «πράσινη» ταυτότητα -ιδιαίτερα στους τομείς της αναβάθμισης υφιστάμενων κτιριακών υποδομών για τους τομείς της εκπαίδευσης, της περίθαλψης και της ασφάλειας-, ικανό παράλληλα να κινητοποιήσει ένα ισχυρό εγχώριο παραγωγικό δυναμικό για συμμετοχή σε μία τέτοια επενδυτική και επιχειρηματική πρωτοβουλία.

Για παράδειγμα, ένα καινοτομικό πρόγραμμα για την ενεργειακή αναβάθμιση υφιστάμενων νοσοκομειακών μονάδων στο κέντρο της Αθήνας, θα μπορούσε, πέραν των όποιων θετικών επιπτώσεων στην ποιότητα ζωής των χρηστών, να μειώσει δραστικά το κόστος της χρήσης ενέργειας για το Δημόσιο (πχ. δαπάνες για θέρμανση-ηλεκτρισμό) και όλες τις άλλες δαπάνες συντήρησης, έχοντας εξασφαλίσει τη συμμετοχή ως επενδυτών των ίδιων των παραγωγικών επιχειρήσεων των κλάδων που εμπλέκονται στις κατασκευές και τις ενεργειακά βιώσιμες λύσεις -από το σκυρόδεμα και τα δομικά υλικά έως το αλουμίνιο και το σίδηρο.

Αυτό το παράδειγμα θα μπορούσε να είναι ενδεικτικό για τις δυνητικές επιλογές τόσο από πλευράς άσκησης δημόσιας πολιτικής, όσο και από πλευράς επιχειρηματικού προσανατολισμού.