Aνάπτυξη-ανάπτυξη, όπως θάλαττα-θάλαττα

Του δρ. Κώστα Σ. Μητρόπουλου

Η χώρα μας έχει αυτή την περίοδο τρία ισχυρά αλληλοσυσχετιζόμενα προβλήματα, που πρέπει να τα λύσει όσο πιο γρήγορα γίνεται: πολύ μεγάλο χρέος, υπερμεγέθη δημόσιο τομέα και απουσία ανάπτυξης.

Επιπλέον, πρέπει να τα λύσει μέσα σε ένα περιβάλλον δραματικά δύσκολο: οικονομική ύφεση διάρκειας, πιστωτική απουσία, έλλειψη ισχυρών εξαγωγικών κλάδων. Μόνον η σκέψη των δυσκολιών φέρνει παράλυση, αλλά αν δεν εστιάσουμε απόλυτα στα προβλήματά μας με τη μονομανία του απεγνωσμένου, αποκλείεται να βρούμε λύσεις.

Το μοναδικό μονοπάτι σωτηρίας περνάει μέσα από την επάνοδο στην οικονομική ανάπτυξη. Η σημασία της ανάπτυξης στη διαχείριση του χρέους είναι γιγάντια. Αν μαγικά όλο το δημόσιο χρέος «συγχωρούνταν» από τους δανειστές, χωρίς ουσιαστική οικονομική ανάπτυξη και με τις δημοσιονομικές παραδοχές του Μνημονίου το 2015, θα έχουμε «μαζέψει» πάλι 100 δισ. ευρώ χρέους. Αυτό δείχνει την ασυμβατότητα του σημερινού μεγέθους του δημόσιου τομέα με τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας.

Το μέγεθος του δημόσιου τομέα είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που η οικονομία σήμερα μπορεί να στηρίξει. Μην ξεχνάτε ότι πλούτο γεννά πρακτικά μόνον ο ιδιωτικός τομέας και ότι από τους φόρους που αντλούνται ζει ο δημόσιος τομέας. Για να γίνει ο δημόσιος τομέας συμβατός με τις ανάγκες της χώρας, πρέπει να αλλάξει τελείως. Το δομικό κόστος της κρατικής μηχανής πρέπει να μειωθεί κατακόρυφα, ταυτόχρονα με τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς της, με πλήρη ανασχεδίαση των διαδικασιών και εγκατάσταση ολοκληρωμένων συστημάτων.

Η βελτίωση της δημόσιας διοίκησης σε όλες τις εκφάνσεις της είναι όρος sine qua non για την επιτάχυνση της οικονομίας. Για να γίνει αυτό πραγματικότητα, χρειάζεται πολύ καλό μάνατζμεντ, κάτι το οποίο απουσιάζει σχεδόν ολοσχερώς από την κυβέρνηση και τις δημόσιες υπηρεσίες. Οι πελατειακές πολιτικές του παρελθόντος, η κομματική διαχείριση των στελεχών και η έλλειψη κινήτρων έχουν οδηγήσει σε μια εξόχως ατελέσφορη και κατά σημεία διεφθαρμένη κρατική μηχανή. Η μόνη μέθοδος αναζωογόνησής της είναι η μεταφορά για διάστημα 2-4 ετών στελεχών από τον ιδιωτικό τομέα στο δημόσιο, τα οποία θα συνεχίσουν να αμείβονται κανονικά από τον εργοδότη τους (secondment). Το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου είναι ένα καλό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης.

Στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) 2012-2015, το επίσημο σχέδιο εξόδου της χώρας από την κρίση, προβλέπεται ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ κατά 9,5% στην πενταετία 2011-2015, και στηρίζεται στην έμμεση παραδοχή ότι το σύνολο των φυσικών επενδύσεων στην οικονομία την πενταετία θα μείνει σταθερό στο 14% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου στα 32 δισ. ευρώ ετησίως.

Είναι αδύνατο να υπάρξει οικονομική ανάπτυξη χωρίς το «καύσιμο» των επενδύσεων. Στην περίοδο 1999-2008, με μέσους ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης 3,5%, οι φυσικές επενδύσεις ήταν κατά μέσο όρο 22,5% του ΑΕΠ. Για να ικανοποιηθεί αυτός ο όρος για την περίοδο 2011-2015, χρειάζονται πρόσθετες επενδύσεις, πλέον αυτών που προβλέπονται στο ΜΠΔΣ, συνολικού ύψους 65 δισ. ευρώ (13 δισ. ευρώ/έτος).
Για τη δημιουργία της κρίσιμης μάζας είναι αναγκαία η εστίαση σε μεγάλες επενδύσεις, οι οποίες να μπορούν να ξεκινήσουν άμεσα και να ολοκληρωθούν γρήγορα και με σημαντικό οικονομικό πολλαπλασιαστή. Αυτά τα χαρακτηριστικά τα έχουν κυρίως οι επενδύσεις σε υποδομές, μερικές εκ των οποίων έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων.

Οι αποκρατικοποιήσεις δεν είναι μοχλός για την ουσιαστική μείωση του χρέους, αλλά μηχανισμός τροφοδότησης της ανάπτυξης. Στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, 50% της αξίας συγκεντρώνεται στην ανάπτυξη γης και 35% στις υποδομές, δημιουργώντας προϋποθέσεις ουσιαστικής συνεισφοράς στην οικονομική μεγέθυνση.

Οι επενδύσεις αυτές γενικά είναι χρηματοδοτήσιμες από ιδιωτικά κεφάλαια. Το πρόβλημα, όμως, που αναφύεται είναι η κατάσταση αναξιοπιστίας της χώρας αυτή την περίοδο. Για να το ξεπεράσουμε, χρειαζόμαστε τη στήριξη των εταίρων μας στην Ευρώπη:

  • άμεση συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕ) σε όσα έργα επιτρέπεται από το καταστατικό της
  • χρηματοδότηση έργων με εγγυήσεις από ευρωπαϊκούς φορείς
  • δημιουργία infrastructure fund με κεφάλαια από την ΕΤΕ, αλλά και άλλους μακροπρόθεσμους επενδυτές.

Για να μπορέσει να μπει ξανά η οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης, πρέπει να μειωθεί το επίπεδο αβεβαιότητας, να ενισχυθεί η αξιοπιστία της και να αυξηθεί η αναμενόμενη απόδοση των επενδύσεων μέσα από φοροαπαλλαγές. Η ανάπτυξη που θα προκύψει από επενδύσεις υποδομών θα διευρύνει άμεσα τη φορολογητέα ύλη και θα αυξήσει τις θέσεις εργασίας μειώνοντας το έλλειμμα.

Είναι ξεχωριστής σημασίας το γεγονός ότι για να συντηρηθεί η ανάπτυξη, απαιτούνται ετήσιες επενδύσεις της τάξης του 20% του ΑΕΠ και εκεί πρέπει να στραφεί η πολιτική προσοχή. Μόνον όμως επενδύσεις σε υποδομές, όπως αυτές που προωθούνται στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, μπορούν μεσοπρόθεσμα να προσφέρουν τέτοια οικονομικά μεγέθη.